Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Berichte
illicite

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

illicit [βρετ ɪˈlɪsɪt, αμερικ ɪ(l)ˈlɪsɪt] ΕΠΊΘ

illicit
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
illicite vente, gain, amour, plaisir
illicit
illégitime union, amour
illicit
coupable amour
illicit
an illicit street vendor

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

illicit [ɪˈlɪsɪt] ΕΠΊΘ

illicit
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
illicit
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

illicit ·ˈlɪs·ɪt] ΕΠΊΘ

illicit
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
illicit

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The village had a certain reputation for problems linked to illicit drinking.
en.wikipedia.org
Furthermore, respondent exhibited no outward indication of involvement in illicit activity prior to the approach of the police.
en.wikipedia.org
The main traffic is the lucrative, though illicit, trade in arms.
en.wikipedia.org
Though this limited the professional sales of ra, the music increased in popularity through the illicit sale and exchange of tapes.
en.wikipedia.org
Most of the research has been conducted in prescribed users of benzodiazepines; even less is known about the mortality risk of illicit benzodiazepine users.
en.wikipedia.org