στο λεξικό PONS
ˈroad traf·fic ΟΥΣ no pl
road [rəʊd, αμερικ roʊd] ΟΥΣ
1. road (way):
2. road no pl (street name):
3. road ΜΕΤΑΛΛΕΥΤ:
6. road μτφ (course):
ιδιωτισμοί:
I. traf·fic [ˈtræfɪk] ΟΥΣ no pl
1. traffic (vehicles):
2. traffic (on telephone):
3. traffic ΔΙΑΔ, Η/Υ:
4. traffic (in illegal items):
II. traf·fic [ˈtræfɪk] ΟΥΣ modifier
traffic (casualties, flow, hazard, offence, problems, tie-ups):
III. traf·fic <-ck-> [ˈtræfɪk] ΡΉΜΑ αμετάβ
road ΟΥΣ
-
- Landstraße θηλ
traffic ΡΉΜΑ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
economics of road traffic ΠΡΟΤΥΠΟΠ, ΑΞΙΟΛΌΓ
road traffic regulations
road traffic laws
German Road and Traffic Research Association
traffic
| I | traffic |
|---|---|
| you | traffic |
| he/she/it | traffics |
| we | traffic |
| you | traffic |
| they | traffic |
| I | trafficked |
|---|---|
| you | trafficked |
| he/she/it | trafficked |
| we | trafficked |
| you | trafficked |
| they | trafficked |
| I | have | trafficked |
|---|---|---|
| you | have | trafficked |
| he/she/it | has | trafficked |
| we | have | trafficked |
| you | have | trafficked |
| they | have | trafficked |
| I | had | trafficked |
|---|---|---|
| you | had | trafficked |
| he/she/it | had | trafficked |
| we | had | trafficked |
| you | had | trafficked |
| they | had | trafficked |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.