Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
- balance account, books, budget, economy
-
I. budget [βρετ ˈbʌdʒɪt, αμερικ ˈbədʒət] ΟΥΣ
1. budget (personal, commercial):
II. budget [βρετ ˈbʌdʒɪt, αμερικ ˈbədʒət] ΕΠΊΘ (cheap)
III. budget [βρετ ˈbʌdʒɪt, αμερικ ˈbədʒət] ΡΉΜΑ μεταβ
- budget money
- budgétiser (for pour)
-
- budgétiser (for pour)
I. account [βρετ əˈkaʊnt, αμερικ əˈkaʊnt] ΟΥΣ
1. account ΧΡΗΜΑΤΟΠ (money held at bank):
2. account ΕΜΠΌΡ (credit arrangement):
3. account ΜΆΡΚΕΤΙΝΓΚ (client):
5. account (bill):
7. account (description):
8. account:
9. account (impression):
10. account (indicating reason):
11. account (advantage, benefit):
II. accounts ΟΥΣ ουσ πλ
1. accounts (records):
2. accounts (department):
-
- comptabilité θηλ
III. account [βρετ əˈkaʊnt, αμερικ əˈkaʊnt] ΡΉΜΑ μεταβ
IV. account [βρετ əˈkaʊnt, αμερικ əˈkaʊnt]
στο λεξικό PONS
I. budget [ˈbʌdʒɪt] ΟΥΣ
II. budget [ˈbʌdʒɪt] ΡΉΜΑ μεταβ
III. budget [ˈbʌdʒɪt] ΡΉΜΑ αμετάβ
I. account [əˈkaʊnt] ΟΥΣ
1. account ΧΡΗΜΑΤΟΠ:
4. account πλ (financial records):
6. account (description):
7. account (cause):
8. account no πλ (consideration):
II. account [əˈkaʊnt] ΡΉΜΑ μεταβ τυπικ (consider)
-
- considérer qn qc
I. budget [ˈbʌdʒ·ɪt] ΟΥΣ
II. budget [ˈbʌdʒ·ɪt] ΡΉΜΑ μεταβ
III. budget [ˈbʌdʒ·ɪt] ΡΉΜΑ αμετάβ
I. account [ə·ˈkaʊnt] ΟΥΣ
1. account ΧΡΗΜΑΤΟΠ:
4. account πλ (financial records):
6. account (description):
7. account (cause):
8. account (consideration):
II. account [ə·ˈkaʊnt] ΡΉΜΑ μεταβ τυπικ (consider)
-
- considérer qn comme qc
| I | budget |
|---|---|
| you | budget |
| he/she/it | budgets |
| we | budget |
| you | budget |
| they | budget |
| I | budgeted |
|---|---|
| you | budgeted |
| he/she/it | budgeted |
| we | budgeted |
| you | budgeted |
| they | budgeted |
| I | have | budgeted |
|---|---|---|
| you | have | budgeted |
| he/she/it | has | budgeted |
| we | have | budgeted |
| you | have | budgeted |
| they | have | budgeted |
| I | had | budgeted |
|---|---|---|
| you | had | budgeted |
| he/she/it | had | budgeted |
| we | had | budgeted |
| you | had | budgeted |
| they | had | budgeted |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.