στο λεξικό PONS
ear·ly re·ˈtire·ment ΟΥΣ
I. ear·ly <-ier, -iest [or more early, most early]> [ˈɜ:li, αμερικ ˈɜ:r-] ΕΠΊΘ
1. early (in the day):
2. early (of a period):
3. early προσδιορ τυπικ (prompt):
4. early:
II. ear·ly <-ier, -iest [or more early, most early]> [ˈɜ:li, αμερικ ˈɜ:r-] ΕΠΊΡΡ
1. early (in the day):
3. early:
I. re·tire·ment [rɪˈtaɪəmənt, αμερικ -ɚ-] ΟΥΣ
1. retirement (from job):
2. retirement no pl esp ΑΘΛ (ceasing to compete):
3. retirement no pl (after working life):
4. retirement no pl τυπικ (seclusion):
5. retirement ΝΟΜ:
II. re·tire·ment [rɪˈtaɪəmənt, αμερικ -ɚ-] ΟΥΣ modifier
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
early retirement ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ
early retirement agreement ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ
early retirement scheme ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ
early retirement pension ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ
early retirement benefit ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ
retirement ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.