Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

linsegnamento
fixed income securities

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ren·te <-, -n> [ˈrɛntə] ΟΥΣ θηλ

1. Rente (Altersruhegeld):

2. Rente (regelmäßige Geldzahlung):

Ries·ter-Ren·te ΟΥΣ θηλ ΠΟΛΙΤ

Riester-Rente οικ

IV-Ren·te <-, -n> [i:ˈfau-] ΟΥΣ θηλ CH

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Rente θηλ <-, -n>
Renten-
Renten-
[Alters]rente θηλ
AHV[-Rente] θηλ CH

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Renten ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Rente ΟΥΣ θηλ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

Riester-Rente ΟΥΣ θηλ ΚΡΆΤΟς

ökonomische Rente phrase ΚΡΆΤΟς

ewige Rente phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ

dynamische Rente phrase ΑΣΦΆΛ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Renten θηλ πλ
Rente θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Anstelle der heutigen Entgeltpunkte waren Werteinheiten die damalige Berechnungsgrundlage für Renten.
de.wikipedia.org
Einen ersten Schritt im Hinblick auf existenzsichernde Renten bedeuteten die Rentenerhöhungen anfangs der 60er Jahre.
de.wikipedia.org
Die fortbestehenden Unterschiede in den Renten von Frauen und Männern spiegeln die unterschiedliche gesellschaftliche und rentenrechtliche Bewertung der Tätigkeiten von Frauen und Männer kumuliert über den Lebensverlauf wider.
de.wikipedia.org
Zu den Sonstigen Einkünften gehören steuerrechtlich Privatrenten, teilweise die Versorgungssysteme der betrieblichen Altersversorgung und die gesetzlichen Renten.
de.wikipedia.org
Damit wird der Eindruck erweckt, als müssten die westdeutschen Beitragszahler oder die Bundeskasse alle dortigen Renten finanzieren.
de.wikipedia.org