Γερμανικά » Γαλλικά

I . gut <besser, beste> [guːt] ΕΠΊΘ

3. gut (körperlich wohl):

5. gut meist attr (untadelig):

bon(ne) antéposé
correct(e)

7. gut (brauchbar, interessant):

bon(ne) antéposé

8. gut (leistungsstark, überdurchschnittlich):

bon(ne) antéposé

10. gut (wirksam, nützlich):

bon(ne) antéposé
gut gegen [o. für fam] Husten sein
wozu ist das gut? fam
ça sert à quoi ? fam

II . gut <besser, am besten> [guːt] ΕΠΊΡ

3. gut (leicht, erfolgreich):

gut

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文