Γερμανικά » Γαλλικά

I . bleiben <blieb, geblieben> [ˈblaɪbən] ΡΉΜΑ intr +sein

4. bleiben (übrig bleiben):

8. bleiben (hinkommen, hingeraten):

9. bleiben fam (unterkommen):

12. bleiben euph (umkommen):

tomber à la guerre euph

II . bleiben <blieb, geblieben> [ˈblaɪbən] ΡΉΜΑ intr impers

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文