στο λεξικό PONS
fossa2 ΟΥΣ ΖΩΟΛ
-
- Frettkatze θηλ
TESSA [ˈtesə] ΟΥΣ βρετ
TESSA ακρώνυμο: Tax Exempt Special Savings Account
I. mas·sage [ˈmæsɑ:(d)ʒ, αμερικ məˈs-] ΟΥΣ
1. massage no pl (for body):
II. mas·sage [ˈmæsɑ:(d)ʒ, αμερικ məˈs-] ΡΉΜΑ μεταβ
I. as·sault [əˈsɔ:lt] ΟΥΣ
1. assault ΣΤΡΑΤ:
2. assault (physical attack):
3. assault μτφ (attempted climb):
4. assault μτφ (attempt to eradicate):
II. as·sault [əˈsɔ:lt] ΡΉΜΑ μεταβ
- to indecently [or sexually]assault sb
- jdn vergewaltigen
II. as·say [əˈseɪ] ΟΥΣ ΧΗΜ
jack·ass [ˈʤækæs] ΟΥΣ
2. jackass οικ (idiot):
3. jackass αυστραλ ΟΡΝΙΘ dated (kookaburra):
as·ˈsay mark ΟΥΣ (on gold and silver)
antecubital fossa ΟΥΣ
-
- Ellenbeuge θηλ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
assay mark ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
asset class ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
tangible asset ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
substandard asset ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
asset-management service ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
income tax asset ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
asset description ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
asset management account ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
asset component ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
glass industry ΟΥΣ
low-class residential ΟΥΣ
medium-class residential ΟΥΣ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
air-passage ΟΥΣ
fish pass, fish passage, fish ladder ΟΥΣ
mass animal farming, mass livestock farming, intensive animal husbandry
pass on ΡΉΜΑ
mass screen ΟΥΣ
glass stirrer ΟΥΣ
smooth meadow-grass ΟΥΣ
mass reproduction ΟΥΣ
pass through ΡΉΜΑ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
preferred passage time
passage detector ΥΠΟΔΟΜΉ
bypass highway, by pass highway αμερικ land use, ΥΠΟΔΟΜΉ
bypass, by pass land use, ΥΠΟΔΟΜΉ
opportunity to overtake, opportunity to pass αμερικ ΚΥΚΛΟΦ ΡΟΉ
mass transit αμερικ ΔΗΜ ΣΥΓΚ
pass ΔΗΜ ΣΥΓΚ
bypass road, by pass road
Ορολογία μηχατρονικής της Klett
| I | massage |
|---|---|
| you | massage |
| he/she/it | massages |
| we | massage |
| you | massage |
| they | massage |
| I | massaged |
|---|---|
| you | massaged |
| he/she/it | massaged |
| we | massaged |
| you | massaged |
| they | massaged |
| I | have | massaged |
|---|---|---|
| you | have | massaged |
| he/she/it | has | massaged |
| we | have | massaged |
| you | have | massaged |
| they | have | massaged |
| I | had | massaged |
|---|---|---|
| you | had | massaged |
| he/she/it | had | massaged |
| we | had | massaged |
| you | had | massaged |
| they | had | massaged |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.