Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Gälisch
Kasse

στο λεξικό PONS

I. Kan·san [ˈkænzən] ΟΥΣ

Bewohner(in) αρσ (θηλ) Kansas <-s, ->

II. Kan·san [ˈkænzən] ΕΠΊΘ

aus Kansas nach ουσ

fossa1 [ˈfɒsə] ΟΥΣ ΑΝΑΤ

Fossa θηλ
Grube θηλ <-, -n>

fossa2 ΟΥΣ ΖΩΟΛ

Fossa θηλ
Frettkatze θηλ

TESSA [ˈtesə] ΟΥΣ βρετ

TESSA ακρώνυμο: Tax Exempt Special Savings Account

I. mas·sage [ˈmæsɑ:(d)ʒ, αμερικ məˈs-] ΟΥΣ

1. massage no pl (for body):

Massage θηλ <-, -n>
Massieren ουδ
Unterwassermassage θηλ <-, -n>

2. massage (treatment session):

Massage θηλ <-, -n>

II. mas·sage [ˈmæsɑ:(d)ʒ, αμερικ məˈs-] ΡΉΜΑ μεταβ

1. massage (rub):

to massage sb's ego μτφ

2. massage μτφ (alter):

I. as·sault [əˈsɔ:lt] ΟΥΣ

1. assault ΣΤΡΑΤ:

Angriff αρσ <-(e)s, -e> auf +αιτ
jdn/etw angreifen

2. assault (physical attack):

Überfall αρσ <-s, -fälle>
assault ΝΟΜ
assault ΝΟΜ
Körperverletzung θηλ <-, -en>
aggravated assault αμερικ
sexual assault αμερικ
Vergewaltigung θηλ <-, -en>
sexual assault αμερικ
Notzucht θηλ <->

3. assault μτφ (attempted climb):

Bestürmung θηλ <-, -en> μτφ

4. assault μτφ (attempt to eradicate):

Bekämpfung θηλ <-, -en>

5. assault (attempt to deal with):

gegen etw αιτ angehen

II. as·sault [əˈsɔ:lt] ΡΉΜΑ μεταβ

I. as·say [əˈseɪ] ΡΉΜΑ μεταβ

to assay sth precious metal

II. as·say [əˈseɪ] ΟΥΣ ΧΗΜ

jack·ass [ˈʤækæs] ΟΥΣ

1. jackass (donkey):

Esel αρσ <-s, ->

2. jackass οικ (idiot):

Esel αρσ <-s, -> μειωτ οικ
Trottel αρσ <-s, -> μειωτ οικ
Depp αρσ <-en [o. -s], -e(n)> νοτιογερμ, A, CH οικ

3. jackass αυστραλ ΟΡΝΙΘ dated (kookaburra):

as·ˈsay mark ΟΥΣ (on gold and silver)

Feingehaltsstempel αρσ <-s, ->
Καταχώριση OpenDict

antecubital fossa ΟΥΣ

antecubital fossa (elbow pit) ΑΝΑΤ ειδικ ορολ
Ellenbeuge θηλ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

assay mark ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

asset class ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

tangible asset ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

Sachwert αρσ

substandard asset ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

asset-management service ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

income tax asset ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

asset description ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

asset-side ΕΠΊΘ ΛΟΓΙΣΤ

asset management account ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

asset component ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

terra rossa [ˈterəˌrɒsə] ΟΥΣ

social class ΟΥΣ

air mass ΟΥΣ

feather grass ΟΥΣ

alfalfa grass [ˌælˈfælfəɡrɑːs] ΟΥΣ

social status, social class ΟΥΣ

maritime air mass [ˈmærɪtaɪm] ΟΥΣ

glass industry ΟΥΣ

low-class residential ΟΥΣ

medium-class residential ΟΥΣ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

air-passage ΟΥΣ

fish pass, fish passage, fish ladder ΟΥΣ

mass animal farming, mass livestock farming, intensive animal husbandry

pass on ΡΉΜΑ

stirring rod [ˈstɜːriŋˌrɒd], glass stirring rod ΟΥΣ

mass screen ΟΥΣ

glass stirrer ΟΥΣ

smooth meadow-grass ΟΥΣ

mass reproduction ΟΥΣ

pass through ΡΉΜΑ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

preferred passage time

passage land use, ΥΠΟΔΟΜΉ

passage detector ΥΠΟΔΟΜΉ

bypass highway, by pass highway αμερικ land use, ΥΠΟΔΟΜΉ

bypass, by pass land use, ΥΠΟΔΟΜΉ

opportunity to overtake, opportunity to pass αμερικ ΚΥΚΛΟΦ ΡΟΉ

mass transit αμερικ ΔΗΜ ΣΥΓΚ

pass ΔΗΜ ΣΥΓΚ

bypass road, by pass road

bypass road ΥΠΟΔΟΜΉ, land use, ΥΠΟΔΟΜΉ
bypass road ΥΠΟΔΟΜΉ, land use, ΥΠΟΔΟΜΉ
bypass road ΥΠΟΔΟΜΉ, land use, ΥΠΟΔΟΜΉ
bypass road ΥΠΟΔΟΜΉ, land use, ΥΠΟΔΟΜΉ

power to mass ratio

Ορολογία μηχατρονικής της Klett

ˈair pas·sage ΟΥΣ (in electric motor)

Luftkanal αρσ
Present
Imassage
youmassage
he/she/itmassages
wemassage
youmassage
theymassage
Past
Imassaged
youmassaged
he/she/itmassaged
wemassaged
youmassaged
theymassaged
Present Perfect
Ihavemassaged
youhavemassaged
he/she/ithasmassaged
wehavemassaged
youhavemassaged
theyhavemassaged
Past Perfect
Ihadmassaged
youhadmassaged
he/she/ithadmassaged
wehadmassaged
youhadmassaged
theyhadmassaged

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το διαδίκτυο (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

[...]
You can purchase your ticket at the Flying Mozart Kassa.
[...]
www.bikewagrain.com
[...]
Dieses erhälst du an der Liftkassa „Flying Mozart“ - nicht vergessen, dein Ticket wird auf Keycards verspeichert.
[...]