Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

senfouir
mündlich

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. ver·bal [ˈvɜ:bəl, αμερικ ˈvɜ:r-] ΕΠΊΘ αμετάβλ

1. verbal (oral):

verbal
mündlich τυπικ
verbal
verbal
verbal ability
to give a verbal description of sth

2. verbal (pertaining to verb):

verbal noun

II. ver·bal [ˈvɜ:bəl, αμερικ ˈvɜ:r-] ΟΥΣ βρετ αργκ

non-ˈver·bal ΕΠΊΘ αμετάβλ

non-verbal communication:

non-verbal

ver·bal aˈbuse ΟΥΣ no pl

verbal abuse
Schimpftirade θηλ <-, -n>

ver·bal dex·ˈter·ity ΟΥΣ no pl

verbal dexterity

ver·bal di·ar·ˈrhoea ΟΥΣ no pl χιουμ or μειωτ οικ

verbal diarrhoea
Redseligkeit θηλ <-> oft μειωτ
verbal diarrhoea
Geschwätzigkeit θηλ <-> μειωτ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
verbal
non-verbal
verbal attack
verbal insult
verbal
verbal

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

non-verbal communication ΟΥΣ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

verbal encounter
Wortgefecht ουδ <-(e)s, -e>
verbal noun
verbal assault μτφ

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Encoding deficits were found in verbal free recall and recognition tasks under the influence of alcohol.
en.wikipedia.org
Auxiliary verbs are also called helping verbs, helper verbs, or (verbal) auxiliaries.
en.wikipedia.org
Greetings are essentially verbal, but are followed by a touching of foreheads.
en.wikipedia.org
This memorization and verbal method of transfer is believed to be a source of text corruption, addition and deletion of verses.
en.wikipedia.org
For example, males generally outperform females in spatial tasks, while females generally outperform males in verbal tasks.
en.wikipedia.org