Oxford Spanish Dictionary
traffic [αμερικ ˈtræfɪk, βρετ ˈtrafɪk] ΟΥΣ U
1.1. traffic (vehicles):
2.1. traffic (goods, people transported):
-
- movimiento αρσ
I. control <μετ ενεστ controlling; παρελθ, μετ παρακειμ controlled> [αμερικ kənˈtroʊl, βρετ kənˈtrəʊl] ΡΉΜΑ μεταβ
1.1. control (command):
1.2. control (regulate):
2.1. control (curb, hold in check):
2.2. control (manage, steer):
II. control [αμερικ kənˈtroʊl, βρετ kənˈtrəʊl] ΟΥΣ
1.1. control U (command):
1.2. control U:
2. control U or C (regulation, restriction):
3.1. control U (knob, switch):
5. control C (in experiment):
I. air [αμερικ ɛr, βρετ ɛː] ΟΥΣ
1. air U:
2. air U ΡΑΔΙΟΦ, TV:
3.1. air C (manner, look, atmosphere):
3.2. air <airs, pl > (affectations):
II. air [αμερικ ɛr, βρετ ɛː] ΡΉΜΑ μεταβ
στο λεξικό PONS
I. air [eəʳ, αμερικ er] ΟΥΣ
2. air χωρίς πλ (space overhead, sky):
4. air χωρίς πλ TV, ΡΑΔΙΟΦ, ΚΙΝΗΜ:
5. air χωρίς πλ (aura, quality):
III. air [eəʳ, αμερικ er] ΡΉΜΑ μεταβ
IV. air [eəʳ, αμερικ er] ΡΉΜΑ αμετάβ
2. air (be exposed to air):
I. traffic [ˈtræfɪk] trafficked, trafficked ΟΥΣ χωρίς πλ
1. traffic (vehicles):
3. traffic τυπικ (dealings):
I. control [kənˈtrəʊl, αμερικ -ˈtroʊl] -ll- ΟΥΣ
1. control:
2. control (leadership):
II. control [kənˈtrəʊl, αμερικ -ˈtroʊl] -ll- ΡΉΜΑ μεταβ
I. air [er] ΟΥΣ
2. air (space overhead, sky):
4. air TV, ΡΑΔΙΟΦ, ΚΙΝΗΜ:
5. air (aura, quality):
III. air [er] ΡΉΜΑ μεταβ
IV. air [er] ΡΉΜΑ αμετάβ
2. air (be exposed to air):
I. traffic [ˈtræf·ɪk] ΟΥΣ
1. traffic (vehicles):
3. traffic τυπικ (dealings):
I. control [kən·ˈtroʊl] ΟΥΣ
1. control:
2. control (leadership):
| I | control |
|---|---|
| you | control |
| he/she/it | controls |
| we | control |
| you | control |
| they | control |
| I | controlled |
|---|---|
| you | controlled |
| he/she/it | controlled |
| we | controlled |
| you | controlled |
| they | controlled |
| I | have | controlled |
|---|---|---|
| you | have | controlled |
| he/she/it | has | controlled |
| we | have | controlled |
| you | have | controlled |
| they | have | controlled |
| I | had | controlled |
|---|---|---|
| you | had | controlled |
| he/she/it | had | controlled |
| we | had | controlled |
| you | had | controlled |
| they | had | controlled |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)
Αναζήτηση στο λεξικό
- air suspension
- air taxi
- air terminal
- air ticket
- airtight
- air-traffic control
- air-traffic controller
- air travel
- air traveler
- air valve
- air vent