Oxford Spanish Dictionary
I. commercial [αμερικ kəˈmərʃəl, βρετ kəˈməːʃ(ə)l] ΕΠΊΘ
II. commercial [αμερικ kəˈmərʃəl, βρετ kəˈməːʃ(ə)l] ΟΥΣ
1. commercial (advertisement):
2. commercial βρετ:
- commercial, a. commercial vehicle (for passengers)
-
commercial artist ΟΥΣ
- commercial artist
-
commercial art ΟΥΣ U
- commercial art
-
στο λεξικό PONS
I. commercial [kəˈmɜ:ʃl, αμερικ -ˈmɜ:r-] ΕΠΊΘ
1. commercial (relating to commerce):
- commercial
-
2. commercial ΡΑΔΙΟΦ, TV:
- commercial
-
I. commercial [kə·ˈmɜr·ʃəl] ΕΠΊΘ
1. commercial (relating to commerce):
- commercial
-
2. commercial ΡΑΔΙΟΦ, TV:
- commercial
-
- commercial intercourse
-
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.