Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Verschüttete
comercial

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

I. commercial [αμερικ kəˈmərʃəl, βρετ kəˈməːʃ(ə)l] ΕΠΊΘ

1. commercial relations/premises/studies:

commercial
commercial law

2. commercial (viable):

it's not a commercial proposition

3. commercial (popular):

commercial music/cinema

4. commercial (unrefined):

commercial

II. commercial [αμερικ kəˈmərʃəl, βρετ kəˈməːʃ(ə)l] ΟΥΣ

1. commercial (advertisement):

commercial ΡΑΔΙΟΦ, TV
commercial ΡΑΔΙΟΦ, TV
anuncio αρσ
commercial ΡΑΔΙΟΦ, TV
aviso αρσ λατινοαμερ
commercial ΡΑΔΙΟΦ, TV
comercial αρσ λατινοαμερ

2. commercial βρετ:

commercial, a. commercial vehicle (for passengers)
commercial, a. commercial vehicle (for goods)

commercial traveler, commercial traveller βρετ ΟΥΣ

commercial traveler
viajante αρσ θηλ de comercio
commercial traveler
corredor αρσ / corredora θηλ RíoPl

commercial artist ΟΥΣ

commercial artist

commercial art ΟΥΣ U

commercial art

commercial break ΟΥΣ

commercial break
commercial break
pausa θηλ comercial λατινοαμερ
commercial break
commercial break
corte αρσ comercial λατινοαμερ

commercial paper ΟΥΣ U αμερικ

commercial paper
efectos αρσ πλ negociables
commercial paper

commercial value ΟΥΣ U

commercial value

commercial law ΟΥΣ U

commercial law
commercial law

commercial bank ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

commercial bank
commercial bank
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
commercial banking

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

I. commercial [kəˈmɜ:ʃl, αμερικ -ˈmɜ:r-] ΕΠΊΘ

1. commercial (relating to commerce):

commercial

2. commercial ΡΑΔΙΟΦ, TV:

commercial

II. commercial [kəˈmɜ:ʃl, αμερικ -ˈmɜ:r-] ΟΥΣ ΡΑΔΙΟΦ, TV

commercial
anuncio αρσ
commercial
comercial αρσ λατινοαμερ
commercial traveller βρετ
viajante αρσ θηλ comercial
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
commercial
commercial
TV commercial
commercial
viajante ΕΜΠΌΡ
commercial traveller βρετ
viajante ΕΜΠΌΡ
commercial traveler αμερικ
commercial attaché
commercial αμερικ
commercial promotion
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

I. commercial [kə·ˈmɜr·ʃəl] ΕΠΊΘ

1. commercial (relating to commerce):

commercial

2. commercial ΡΑΔΙΟΦ, TV:

commercial

II. commercial [kə·ˈmɜr·ʃəl] ΟΥΣ ΡΑΔΙΟΦ, TV

commercial
anuncio αρσ
commercial
comercial αρσ λατινοαμερ
commercial traveler
viajante αρσ θηλ de comercio
commercial intercourse
commercial traffic
break commercial
descanso αρσ
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
commercial
commercial
commercial attaché
commercial
commercial promotion

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

commercial traveller βρετ
viajante αρσ θηλ comercial
commercial traffic
commercial intercourse

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

She also appeared in commercials, television programs and stage works.
en.wikipedia.org
He has done commercials, photos, videos and modeling.
en.wikipedia.org
In this way, commercials infiltrate the consumerist society and become an inextricable part of culture.
en.wikipedia.org
He has also appeared in several films and commercials.
en.wikipedia.org
If you want to repeat the religion, you can get away with it between two commercials.
en.wikipedia.org