Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

BYB
wised
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. wise1 [waɪz] ΕΠΊΘ

1. wise (having knowledge and sagacity):

weise τυπικ
klug <klüger, klügste>
the Three Wise Men ΘΡΗΣΚ
to be older [or βρετ also sadder] and wiser
to be older [or βρετ also sadder] and wiser

2. wise (showing sagacity):

klug <klüger, klügste>
weiser Rat[schlag] τυπικ
weiser Ausspruch τυπικ
weise Worte τυπικ a. μειωτ

3. wise (sensible):

4. wise κατηγορ (experienced):

to be wise in sth
in etw δοτ erfahren sein

5. wise κατηγορ οικ (aware):

to be wise to sb/sth
jdn/etw kennen
etw spitzkriegen οικ

6. wise esp αμερικ οικ (cheeky):

sich αιτ jdm gegenüber dreist verhalten οικ

ιδιωτισμοί:

Morgenstund' hat Gold im Mund παροιμ

II. wise1 [waɪz] ΟΥΣ

a word to the wise also ειρων
sapienti sat τυπικ παροιμ
a word to the wise also ειρων
für den Weisen genug παροιμ

III. wise1 [waɪz] ΡΉΜΑ αμετάβ esp αμερικ οικ

aufwachen μτφ
come on, wise up!, it's time you wised up!
wach endlich auf! μτφ
to wise up to sth
sich δοτ darüber klar werden, dass ... οικ

IV. wise1 [waɪz] ΡΉΜΑ μεταβ αμερικ οικ

to wise up sb
to wise sb up about [or to] sb/sth
jdn über jdn/etw aufklären

pen·ny ˈwise ΕΠΊΘ

-wise [waɪz] ΣΎΝΘ

1. -wise οικ (with regard to):

in puncto οικ
vom Essen her οικ

2. -wise (in a direction):

wise2 [waɪz] ΟΥΣ no pl dated

Weise θηλ <-, -n>

wise-ass [αμερικ ˈwaɪzæs] ΟΥΣ αμερικ πολύ οικ!

Klugschwätzer(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen> μειωτ οικ
Neunmalkluge(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n> ειρων μειωτ

ˈwise wom·an ΟΥΣ

wise ˈsaw ΟΥΣ

weiser Spruch θηλ
Weisheit θηλ <-, -en>

ˈwise guy ΟΥΣ μειωτ οικ

Klugschwätzer αρσ <-s, -; -, -nen> μειωτ οικ
Klugscheißer αρσ <-s, -> μειωτ χυδ

ˈwise man ΟΥΣ

Zauberer αρσ <-s, ->
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Present
Iwise
youwise
he/she/itwises
wewise
youwise
theywise
Past
Iwised
youwised
he/she/itwised
wewised
youwised
theywised
Present Perfect
Ihavewised
youhavewised
he/she/ithaswised
wehavewised
youhavewised
theyhavewised
Past Perfect
Ihadwised
youhadwised
he/she/ithadwised
wehadwised
youhadwised
theyhadwised

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)