Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Längen
Sozialhilfe

στο λεξικό PONS

so·cial se·ˈcur·ity ΟΥΣ no pl

1. social security βρετ, αυστραλ (welfare):

Sozialhilfe θηλ <-> kein pl

2. social security αμερικ (pension):

στο λεξικό PONS
social security αμερικ
social security αμερικ
social security προσδιορ
social security no άρθ
social security [or βρετ supplementary benefit] [or αμερικ welfare] rate
στο λεξικό PONS

I. so·cial1 [ˈsəʊʃəl, αμερικ ˈsoʊ-] ΕΠΊΘ

1. social (of human contact):

Veranstaltungskalender αρσ <-s, ->
Veranstaltung θηλ <-, -en>

2. social ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ (concerning society):

Sozialreform θηλ <-, -en>
Sozialreformer(in) αρσ (θηλ)
social studies αμερικ ΣΧΟΛ
Gemeinschaftskunde θηλ <-> kein pl
social studies αμερικ ΣΧΟΛ
social studies ΠΑΝΕΠ

3. social ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ (of human behaviour):

Gesellschaftskritiker(in) αρσ (θηλ)
social disease απαρχ οικ
Geschlechtskrankheit θηλ <-, -en>

4. social (concerning the public):

Sozialpolitik θηλ <-> kein pl

5. social ΖΩΟΛ, ΒΙΟΛ (living together):

Herdentier ουδ <-(e)s, -e>

II. so·cial1 [ˈsəʊʃəl, αμερικ ˈsoʊ-] ΟΥΣ βρετ

Treffen ουδ <-s, ->
Zusammenkunft θηλ <-, -künfte>

so·cial2 [αμερικ ˈsoʊʃəl] ΟΥΣ αμερικ οικ

social συντομογραφία: Social Security Number

se·cu·rity [sɪˈkjʊərəti, αμερικ -ˈkjʊrət̬i] ΟΥΣ

1. security no pl (protection, safety):

Sicherheit θηλ <-, -en>

2. security no pl (guards):

Sicherheitsdienst αρσ <-(e)s, -e>
Wachdienst αρσ

3. security no pl (permanence, certainty):

Sicherheit θηλ <-, -en>
Kündigungsschutz αρσ <-es> kein pl

4. security no pl (confidence):

Geborgenheit θηλ <->

5. security usu ενικ (safeguard):

Sicherheit θηλ <-, -en>
Schutz αρσ <-es> gegen +αιτ

6. security no pl (guarantee of payment):

Sicherheit θηλ <-, -en>
Kaution θηλ <-, -en>
security for loans ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Kreditsicherheit θηλ <-, -en>
to use sth as security [for sth]
etw als Sicherheit [für etw αιτ] verwenden

7. security ΧΡΗΜΑΤΟΠ (investment):

Wertpapier ουδ <-(e)s, -e>
Wandelanleihe θηλ <-, -n>
deposited securities pl ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Effekten ειδικ ορολ pl

8. security (as guarantor):

Bürgschaft θηλ <-, -en>
Garantie θηλ <-, -ti̱·en>

9. security (being secret):

Geheimhaltung θηλ <-, -en>
Diskretion θηλ <->

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

social security ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς

social security scheme ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

social security system ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

German federal court for social security and related matters ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς

social-security contributions ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

Sozialabgaben θηλ πλ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

security ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Sicherheit θηλ

security ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Wertpapier ουδ
Titel αρσ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

social benefit, social security ΟΥΣ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

social [ˈsəʊʃl] ΕΠΊΘ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

social security ΟΥΣ

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The second tier is based on railroad service only and is comparable to the pensions paid over and above social security benefits in other industries.
en.wikipedia.org
Government budgetary deficits swelled, as did large social security cost overruns and the huge operating losses incurred by a number of public-sector industries.
en.wikipedia.org
Through a defined contribution, this social security may be managed.
en.wikipedia.org
They have equal rights of employment, in both public and private sectors, and are entitled to social security benefits, labour benefits, residence, education and travel.
en.wikipedia.org
In 1973 policy concerns included economics, employment, defence, energy (fuel) supplies, land tenure, pollution and social security, as then seen within an ecological perspective.
en.wikipedia.org