Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

unforgiveable
sécurité sociale

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

social security ΟΥΣ (benefit)

aide θηλ sociale
to be on social security προσδιορ budget, claimant

Welfare state Info

Department of Social Security, DSS ΟΥΣ βρετ

Social Security Administration, SSA ΟΥΣ αμερικ

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

security [βρετ sɪˈkjʊərɪti, sɪˈkjɔːrɪti, αμερικ səˈkjʊrədi] ΟΥΣ

1. security (safe state or feeling):

sécurité θηλ

2. security (measures):

sécurité θηλ
state or national security προσδιορ arrangements, badge, barrier, camera, check, code, device, door, lock, measures, standards
state or national security firm, staff

3. security (department):

4. security (guarantee):

garantie θηλ (on sur)

5. security ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

security souvent πλ
security souvent πλ
titre αρσ

I. social [βρετ ˈsəʊʃ(ə)l, αμερικ ˈsoʊʃəl] ΟΥΣ

soirée θηλ
réunion θηλ

II. social [βρετ ˈsəʊʃ(ə)l, αμερικ ˈsoʊʃəl] ΕΠΊΘ

1. social (relating to human society):

social background, class, ladder, mobility, structure, system

2. social (in the community):

social custom, function, group, problem, status, unrest, unit

3. social (recreational):

social activity
social call, visit

4. social (gregarious):

social animal

στο λεξικό PONS

social security ΟΥΣ no πλ βρετ

social security card αμερικ
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

security <-ties> [sɪˈkjʊərəti, αμερικ ˈkjʊrət̬i] ΟΥΣ

1. security no άρθ, no πλ (measures):

sécurité θηλ

2. security no άρθ, no πλ (personnel):

3. security no πλ (safety):

sécurité θηλ

4. security ενικ (payment guarantee):

garantie θηλ

5. security πλ (investments):

I. social [ˈsəʊʃəl, αμερικ ˈsoʊ-] ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ ΕΠΊΘ

II. social [ˈsəʊʃəl, αμερικ ˈsoʊ-] ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ ΟΥΣ βρετ

soirée θηλ
στο λεξικό PONS

social security ΟΥΣ

1. social security (government agency):

2. social security (social security tax):

3. social security (social security payment):

στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

security <-ies> [sɪ·ˈkjʊr·ə·t̬i] ΟΥΣ

1. security no άρθ (measures):

sécurité θηλ

2. security no άρθ (personnel):

3. security (safety):

sécurité θηλ

4. security ενικ (payment guarantee):

garantie θηλ

5. security πλ (investments):

I. social [ˈsoʊ·ʃ ə l] ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ ΕΠΊΘ

II. social [ˈsoʊ·ʃ ə l] ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ ΟΥΣ

soirée θηλ

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The platform ensures economic security through a government run social security program.
en.wikipedia.org
The film follows the story of a woman who is sentenced to prison because of a social security fraud involving a senator.
en.wikipedia.org
The social security includes social insurance, health insurance and unemployment insurance.
en.wikipedia.org
Government budgetary deficits swelled, as did large social security cost overruns and the huge operating losses incurred by a number of public-sector industries.
en.wikipedia.org
The decision did not include pension or social security (health insurance) rights.
en.wikipedia.org