Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
planning regulations ΟΥΣ ουσ πλ
regulation [βρετ rɛɡjʊˈleɪʃ(ə)n, αμερικ ˌrɛɡ(j)əˈleɪʃ(ə)n] ΟΥΣ
1. regulation (rule):
- regulation (for safety, fire)
- consigne θηλ
-
- règlement αρσ
- to meet the regulations person, company:
-
- to meet the regulations equipment, conditions etc:
-
2. regulation (act or process of controlling):
I. plan [βρετ plan, αμερικ plæn] ΟΥΣ
1. plan (scheme, course of action):
2. plan (definite aim):
4. plan (rough outline):
II. plans ΟΥΣ ουσ πλ
1. plans (arrangements):
III. plan <μετ ενεστ planning; απλ παρελθ, μετ παρακειμ planned> [βρετ plan, αμερικ plæn] ΡΉΜΑ μεταβ
IV. plan <μετ ενεστ planning; απλ παρελθ, μετ παρακειμ planned> [βρετ plan, αμερικ plæn] ΡΉΜΑ αμετάβ
στο λεξικό PONS
I. regulation ΟΥΣ
1. regulation (rule):
2. regulation no πλ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ:
3. regulation no πλ (action):
- regulation of a machine
-
II. regulation ΕΠΊΘ
planning ΟΥΣ no πλ
I. plan [plæn] ΟΥΣ
1. plan (detailed scheme, programme):
2. plan (vaguer intention, aim):
II. plan <-nn-> [plæn] ΡΉΜΑ μεταβ
I. regulation ΟΥΣ
1. regulation (rule):
2. regulation ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ:
3. regulation (action):
- regulation of a machine
- réglage αρσ
II. regulation ΕΠΊΘ
I. plan [plæn] ΟΥΣ
1. plan (detailed idea, program):
2. plan (vague intention, aim):
II. plan <-nn-> [plæn] ΡΉΜΑ μεταβ
planning ΟΥΣ
| I | plan |
|---|---|
| you | plan |
| he/she/it | plans |
| we | plan |
| you | plan |
| they | plan |
| I | planned |
|---|---|
| you | planned |
| he/she/it | planned |
| we | planned |
| you | planned |
| they | planned |
| I | have | planned |
|---|---|---|
| you | have | planned |
| he/she/it | has | planned |
| we | have | planned |
| you | have | planned |
| they | have | planned |
| I | had | planned |
|---|---|---|
| you | had | planned |
| he/she/it | had | planned |
| we | had | planned |
| you | had | planned |
| they | had | planned |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Αναζήτηση στο λεξικό
- planned economy
- planned obsolescence
- planned parenthood
- planner
- planning
- planning regulations
- plan on
- plan out
- plant
- plantain
- plantar