Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

allidrogeno
Geschäftsvolumen

στο λεξικό PONS

ˈtrad·ing vol·ume ΟΥΣ

Geschäftsvolumen ουδ <-s, ->
Umsatzvolumen ουδ <-s, ->
στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

trad·ing [ˈtreɪdɪŋ] ΟΥΣ no pl

Handel αρσ <-s> kein pl
trading ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ
Sunday trading βρετ

I. trade [treɪd] ΟΥΣ

1. trade no pl (buying and selling):

Handel αρσ <-s> kein pl mit +δοτ

2. trade no pl (business activity):

Umsatz αρσ <-es, -sätze>

3. trade (type of business):

Branche θηλ <-, -n>
Gewerbe ουδ <-s, ->
Baugewerbe ουδ <-s> kein pl
Pelzgeschäft ουδ <-es, -e>

4. trade no pl (particular business):

5. trade (handicraft):

Handwerk ουδ <-(e)s> kein pl
to be in trade βρετ esp μειωτ dated

6. trade esp αμερικ (swap):

Tauschgeschäft ουδ <-(e)s, -e>

7. trade αμερικ ΑΘΛ (transfer):

Transfer αρσ <-s, -s>

8. trade (trade wind):

II. trade [treɪd] ΟΥΣ modifier

trade (enquiry, mission):

III. trade [treɪd] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. trade (exchange goods):

2. trade (do business):

3. trade ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ (be bought and sold):

4. trade (use):

to trade on [or upon] sth

IV. trade [treɪd] ΡΉΜΑ μεταβ

1. trade (exchange):

to trade sth [for sth]
etw [durch etw αιτ] austauschen

2. trade (buy and sell):

3. trade αμερικ ΑΘΛ (transfer):

vol·ume [ˈvɒlju:m, αμερικ ˈvɑ:l-] ΟΥΣ

1. volume no pl (space):

Volumen ουδ <-s, - [o. Volumina]>

2. volume no pl (amount):

Umfang αρσ <-(e)s, -fänge>
Umsatzvolumen ουδ <-s, ->
Verkehrsaufkommen ουδ <-s> kein pl

3. volume no pl (sound level):

Lautstärke θηλ <-, -n>

4. volume (control dial):

Lautstärkeregler αρσ <-s, ->

5. volume (book of set):

Band αρσ <-(e)s, Bände>

ιδιωτισμοί:

über etw αιτ Bände sprechen οικ
Καταχώριση OpenDict

trade ΡΉΜΑ

to trade hands ΟΙΚΟΝ
Καταχώριση OpenDict

volume

to bring to volume ΧΗΜ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

trading volume ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

trading volume ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

foreign trade volume ΟΥΣ handel

foreign currency trading volume ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

trade ΡΉΜΑ μεταβ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

trade ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Trade αρσ

trading ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Handel αρσ

trading ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Trading ουδ

trade ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Gewerbe ουδ

trade ΟΥΣ handel

Handel αρσ

volume ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Volumen ουδ
Umfang αρσ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

volume of foreign trade [ˈvɒljuːmˌɒvˈfɒrɪnˌtreɪd] ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

volume

Present
Itrade
youtrade
he/she/ittrades
wetrade
youtrade
theytrade
Past
Itraded
youtraded
he/she/ittraded
wetraded
youtraded
theytraded
Present Perfect
Ihavetraded
youhavetraded
he/she/ithastraded
wehavetraded
youhavetraded
theyhavetraded
Past Perfect
Ihadtraded
youhadtraded
he/she/ithadtraded
wehadtraded
youhadtraded
theyhadtraded

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

By 2003 it had grown to having trading volume of $9bn overtaking its main rivals.
en.wikipedia.org
Therefore, a position 1x the daily trading volume would be assumed to take 10 business days to liquidate.
en.wikipedia.org
In a separate article in the journal, it described trades by high-frequency traders has decreased to 53% of stock-market trading volume, from 61% in 2009.
en.wikipedia.org
The relationship between liquidity and cross listing lies upon the global competition for order flow (trading volume).
en.wikipedia.org
The number of companies listed, the trading volume and the number of investors have increased significantly.
en.wikipedia.org