Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Advice
gezogen
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. haul [hɔ:l, αμερικ esp hɑ:l] ΟΥΣ

1. haul usu ενικ (drag, pull):

2. haul (quantity caught):

Ausbeute θηλ <-, -n>
haul of fish of
Fang αρσ <-(e)s, Fän·ge> an +δοτ
Ausbeute θηλ <-, -n> von/an +δοτ
poor haul of stolen goods

3. haul (shopping purchase):

(Aus)beute θηλ
haul ΔΙΑΔ (vlogging)
Haul αρσ αργκ

4. haul (distance covered):

Strecke θηλ <-, -n>
haul ΜΕΤΑΦΟΡΈς
Transport[weg] αρσ
Güterfernverkehr αρσ <-(e)s> kein pl

II. haul [hɔ:l, αμερικ esp hɑ:l] ΡΉΜΑ μεταβ

1. haul (pull with effort):

to haul sb/sth
jdn/etw ziehen
to haul sb/sth sb, sth heavy
jdn/etw schleppen
to haul sb/sth vehicle
sich αιτ aus dem Bett hieven οικ

2. haul (transport goods):

to haul sth

3. haul (make tell):

to haul sth out of sb
etw aus jdm herausbekommen [o. οικ herausquetschen]

ιδιωτισμοί:

to haul ass αμερικ πολύ οικ!
die Hufe schwingen αργκ
to haul ass αμερικ πολύ οικ!

III. haul [hɔ:l, αμερικ esp hɑ:l] ΡΉΜΑ αμετάβ

I. long ˈhaul ΟΥΣ

1. long haul (long distance):

2. long haul (prolonged effort):

3. long haul esp αμερικ (long time):

sich αιτ langfristig für etw αιτ engagieren

II. long ˈhaul ΟΥΣ modifier

Langstreckenflug αρσ <-(e)s, -flüge>

haul up ΡΉΜΑ μεταβ μτφ οικ

to haul up sb/sth
to haul up sb/sth (with more effort)
jdn vor den Kadi bringen αργκ

haul down ΡΉΜΑ μεταβ

haul in ΡΉΜΑ μεταβ οικ

to haul in sb suspect
jdn einkassieren αργκ
to haul in sb suspect
sich δοτ jdn schnappen οικ

I. haul away ΡΉΜΑ μεταβ

to haul away sth vehicle, big animal

II. haul away ΡΉΜΑ αμετάβ

kräftig [o. mit aller Kraft] an etw δοτ ziehen
an etw δοτ zerren

ˈshort haul ΟΥΣ

1. short haul (transport):

2. short haul μτφ (short distance):

Katzensprung αρσ <-(e)s, -sprünge> kein pl

ˈshort-haul ΕΠΊΘ προσδιορ

1. short-haul (covering a short distance):

Kurzstreckenflug αρσ <-es, -flüge>

2. short-haul (short-term):

I. haul off ΡΉΜΑ μεταβ

to haul off sb/sth sb, sth heavy
jdn/etw wegziehen
to haul off sb/sth (more brutally)
jdn/etw wegzerren
jdn ins Gefängnis werfen [o. οικ αργκ verfrachten]

II. haul off ΡΉΜΑ αμετάβ αμερικ οικ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
to be keel-hauled
Present
Ihaul
youhaul
he/she/ithauls
wehaul
youhaul
theyhaul
Past
Ihauled
youhauled
he/she/ithauled
wehauled
youhauled
theyhauled
Present Perfect
Ihavehauled
youhavehauled
he/she/ithashauled
wehavehauled
youhavehauled
theyhavehauled
Past Perfect
Ihadhauled
youhadhauled
he/she/ithadhauled
wehadhauled
youhadhauled
theyhadhauled

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Αναζήτηση "hauled" σε άλλες γλώσσες