στο λεξικό PONS
Provie [ˈprəʊvi] ΟΥΣ βρετ οικ
Provie συντομογραφία: Provo
Pro·vo [ˈprəʊvəʊ] ΟΥΣ βρετ οικ
Provo συντομογραφία: Provisional
I. prof·it [ˈprɒfɪt, αμερικ ˈprɑ:-] ΟΥΣ
1. profit (money earned):
II. prof·it [ˈprɒfɪt, αμερικ ˈprɑ:-] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. profit (gain financially):
I. pro·file [ˈprəʊfaɪl, αμερικ ˈproʊ-] ΟΥΣ
1. profile (side view):
2. profile:
3. profile (public image):
II. pro·file [ˈprəʊfaɪl, αμερικ ˈproʊ-] ΡΉΜΑ μεταβ
1. profile (write):
-
- jdn porträtieren μτφ
prof·it-ˈori·ent·ed [-ˌɔ:rienteɪtɪd], βρετ usu prof·it-ˈori·en·tat·ed [-ˌɔ:rientɪd, αμερικ -t̬-] ΕΠΊΘ
pro·fit maxi·mi·ˈza·tion ΟΥΣ
non-prof·it as·so·ciˈa·tion ΟΥΣ
ˈprof·it-mak·ing ΕΠΊΘ αμετάβλ
of·ˈfend·er pro·file ΟΥΣ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
profit-orient(at)ed ΕΠΊΘ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
profit-related ΕΠΊΘ ΛΟΓΙΣΤ
profit comparison procedure ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
profit participating loan ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
profit potential ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
tax on speculative profits ΟΥΣ ΦΟΡΟΛ
profit obligation ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
profit distribution ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
business profit ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
soil profile ΟΥΣ
consumer profile ΟΥΣ
long profile ΟΥΣ
non-profit organisation [ˌnɒnprɒfɪtˌɔːɡnaɪˈzeɪʃn] ΟΥΣ
profit motive ΟΥΣ
river profile ΟΥΣ
-
- Gefällskurve (Gefällsverhältnisse eines Flusses in seinem Längsprofil)
earthquake-proof ΟΥΣ
-
- erdbebensicher (Bauwerke)
earthquake-prone ΕΠΊΘ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
expression profile ΟΥΣ
energy profile ΟΥΣ
tamper-proof [ˈtæmpəpruːf] ΕΠΊΘ
hybridisation probe [ˌhaɪbrɪdaɪˈzeɪʃnˌprəʊb] ΟΥΣ
-
- Gensonde (die Basenpaarungen ausbildet)
prop root, brace root ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
profile ΥΠΟΔΟΜΉ
transverse profile ΥΠΟΔΟΜΉ
market profile ΔΗΜΟΣΚ
route profile ΔΗΜ ΣΥΓΚ
| I | profit |
|---|---|
| you | profit |
| he/she/it | profits |
| we | profit |
| you | profit |
| they | profit |
| I | profited |
|---|---|
| you | profited |
| he/she/it | profited |
| we | profited |
| you | profited |
| they | profited |
| I | have | profited |
|---|---|---|
| you | have | profited |
| he/she/it | has | profited |
| we | have | profited |
| you | have | profited |
| they | have | profited |
| I | had | profited |
|---|---|---|
| you | had | profited |
| he/she/it | had | profited |
| we | had | profited |
| you | had | profited |
| they | had | profited |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.