Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Tunnel
ingessatura

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

plaster cast [ˌplɑːstəˈkɑːst, ˌplæstəˈkæst] ΟΥΣ

plaster cast ΙΑΤΡ
plaster cast ΙΑΤΡ
gesso αρσ
plaster cast ΤΈΧΝΗ (mould, sculpture)
gesso αρσ
στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
gesso αρσ
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

I. cast1 [βρετ kɑːst, αμερικ kæst] ΟΥΣ

1. cast:

cast ΤΈΧΝΗ, ΤΕΧΝΟΛ (mould)
stampo αρσ
cast ΤΈΧΝΗ, ΤΕΧΝΟΛ (mould)
calco αρσ
calco αρσ
forma θηλ

2. cast (arrangement):

3. cast (act of throwing) (of dice, net, stone):

tiro αρσ
lancio αρσ
cast ΑΛΙΕΊΑ
lancio αρσ

4. cast ΙΑΤΡ (squint):

strabismo αρσ

5. cast ΙΑΤΡ:

gesso αρσ

6. cast ΖΩΟΛ:

muta θηλ
vomito αρσ
escrementi αρσ πλ

7. cast (colour, tinge):

tonalità θηλ

II. cast1 <παρελθ/μετ παρακειμ cast> [βρετ kɑːst, αμερικ kæst] ΡΉΜΑ μεταβ

1. cast (throw):

cast stone, net, fishing line
cast dice
cast light, shadow

2. cast (direct):

cast glance, look
gettare (at a)

3. cast (shed):

cast leaves, feathers

4. cast:

cast ΤΈΧΝΗ, ΤΕΧΝΟΛ plaster
cast metal

5. cast ΠΟΛΙΤ:

6. cast ΑΣΤΡΟΛΟΓ:

III. cast1 <παρελθ/μετ παρακειμ cast> [βρετ kɑːst, αμερικ kæst] ΡΉΜΑ αμετάβ ΑΛΙΕΊΑ

I. plaster [βρετ ˈplɑːstə, αμερικ ˈplæstər] ΟΥΣ

1. plaster:

plaster ΜΗΧΑΝΟΛ, ΙΑΤΡ, ΤΈΧΝΗ
gesso αρσ
to put sb's leg in plaster before ουσ model, figure, moulding

2. plaster βρετ (bandage):

cerotto αρσ

II. plaster [βρετ ˈplɑːstə, αμερικ ˈplæstər] ΡΉΜΑ μεταβ

1. plaster ΜΗΧΑΝΟΛ:

2. plaster (cover):

3. plaster ΙΑΤΡ:

4. plaster (defeat):

plaster σπάνιο
plaster σπάνιο

I. cast2 [βρετ kɑːst, αμερικ kæst] ΟΥΣ

cast ΚΙΝΗΜ, ΘΈΑΤ, TV
cast αρσ
cast ΚΙΝΗΜ, ΘΈΑΤ, TV
personaggi e interpreti αρσ πλ

II. cast2 <παρελθ/μετ παρακειμ cast> [βρετ kɑːst, αμερικ kæst] ΡΉΜΑ μεταβ

cast ΚΙΝΗΜ, ΘΈΑΤ, TV play, film

στο λεξικό PONS

plaster cast ΟΥΣ

1. plaster cast ΙΑΤΡ:

2. plaster cast ΤΈΧΝΗ:

calco αρσ in gesso
στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

I. plaster [ˈplæs·tɚ] ΟΥΣ a. ΙΑΤΡ

gesso αρσ
plaster for walls
intonaco αρσ

II. plaster [ˈplæs·tɚ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. plaster wall, ceiling:

2. plaster μτφ οικ (put all over):

I. cast [kæst] ΟΥΣ

1. cast ΘΈΑΤ, ΚΙΝΗΜ:

cast αρσ αμετάβλ

2. cast (mold):

stampo αρσ

3. cast ΙΑΤΡ:

4. cast (of worm):

escrementi αρσ pl

II. cast <cast, cast> [kæst] ΡΉΜΑ μεταβ

1. cast (throw):

2. cast (direct):

to cast a shadow on sth μτφ
to cast light on sth μτφ

3. cast (allocate roles):

to cast sb as sb/sth
assegnare a qu la parte di qu/qc

4. cast (give):

5. cast (make in a mold):

Present
Icast
youcast
he/she/itcasts
wecast
youcast
theycast
Past
Icast
youcast
he/she/itcast
wecast
youcast
theycast
Present Perfect
Ihavecast
youhavecast
he/she/ithascast
wehavecast
youhavecast
theyhavecast
Past Perfect
Ihadcast
youhadcast
he/she/ithadcast
wehadcast
youhadcast
theyhadcast

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

A plaster cast was taken of the subject's wounded face - but only after the wounds and subsequent surgeries had totally healed.
en.wikipedia.org
It can also be known as a belly mask, pregnancy belly cast, a pregnant plaster cast, or prenatal cast.
en.wikipedia.org
Junior is sitting in a wheelchair now, his arm is in a plaster cast and his broken eyeglasses are taped back together.
en.wikipedia.org
Forced out of cricket, he spent six weeks during the winter of 1973 wearing a plaster cast that encased his entire torso.
en.wikipedia.org
Then using this plaster cast a mould was made, in which the bronze was cast.
en.wikipedia.org