στο λεξικό PONS
I. com·pa·ny [ˈkʌmpəni] ΟΥΣ
1. company ΕΜΠΌΡ:
2. company no pl (companionship):
3. company no pl (visitors):
4. company ΘΈΑΤ:
- company
- Schauspieltruppe θηλ
- company
-
5. company ΣΤΡΑΤ:
- company
-
6. company βρετ, καναδ:
7. company βρετ (in the city of London):
- company
-
- company
-
II. com·pa·ny [ˈkʌmpəni] ΟΥΣ modifier
company (director, earnings):
company ΟΥΣ
company ΟΥΣ
as·so·ci·ate(d) ˈcom·pa·ny ΟΥΣ βρετ ΟΙΚΟΝ
com·pa·ny ˈgroup ΟΥΣ
- company group
-
ˈfi·nanc·ing com·pa·ny ΟΥΣ
- financing company
-
com·pa·ny ˈpur·chase ΟΥΣ
- company purchase
-
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
withdrawing company ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
- withdrawing company
- Abhebungsfirma θηλ
company location ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
- company location
- Firmenstandort αρσ
factoring company ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
- factoring company (Anbieter der Finanzdienstleistung "Factoring")
-
holding company ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ
company book ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
- company book
- Geschäftsbuch ουδ
audit company ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
- audit company
-
property company ΟΥΣ ΑΚΊΝ
- property company
-
project company ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ
- project company
-
finance company ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
- finance company
-
public company ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ
- public company
-
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
proprietary company [prəˌpraɪətriˈkʌmpəni] ΟΥΣ
- proprietary company
-
strong company ΟΥΣ
- strong company
-
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
public transport company ΔΗΜ ΣΥΓΚ
- Verkehrsgesellschaft ΔΗΜ ΣΥΓΚ
-
- Verkehrsbetrieb ΔΗΜ ΣΥΓΚ
-
Ορολογία μηχατρονικής της Klett
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.