Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

okzitanisch
Stadtumland

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
periphery of a town, an area
Peripherie θηλ <-, -ri̱·en>
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Festungsring αρσ ΙΣΤΟΡΊΑ
στο λεξικό PONS

I. sur·round [səˈraʊnd] ΡΉΜΑ μεταβ

1. surround (enclose):

to surround sb/sth
jdn/etw umgeben

2. surround (encircle):

to surround sb/sth
jdn/etw einkreisen
to surround sb/sth ΣΤΡΑΤ
jdn/etw umstellen [o. umzingeln]

3. surround μτφ (be associated with):

to surround sb/sth
jdn/etw umgeben

4. surround (have as companions):

sich αιτ mit jdm umgeben

II. sur·round [səˈraʊnd] ΟΥΣ esp βρετ

1. surround (border):

Rahmen αρσ <-s, ->

2. surround (area around sth):

Umrahmung θηλ <-, -en>
Umrandung θηλ <-, -en>
Einfassung θηλ <-, -en>

I. sur·round·ing [səˈraʊndɪŋ] ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ

Umgebung θηλ <-, -en>

II. sur·round·ing [səˈraʊndɪŋ] ΟΥΣ

1. surrounding (area):

Umgebung θηλ <-, -en>

2. surrounding (living conditions):

Umgebung θηλ <-, -en>

area [ˈeəriə, αμερικ ˈeri-] ΟΥΣ

1. area (region):

Gebiet ουδ <-(e)s, -e>
Region θηλ <-, -en>
Gegend θηλ <-, -en>
Reichweite θηλ <-, -n>
Gefahrenzone θηλ <-, -n>
Gebietsleiter(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>
Aufgabengebiet ουδ <-(e)s, -e>

2. area ΑΝΑΤ:

area cheek, neck, stomach
-gegend θηλ
Hirnregion θηλ

3. area ΕΜΠΌΡ:

Gewerbegebiet ουδ <-(e)s, -e>
Verkaufsfläche θηλ <-, -n>
ΟΙΚΟΝ free trade area
Freihandelszone θηλ <-, -n>
ΧΡΗΜΑΤΟΠ dollar/sterling area

4. area (subject field):

Gebiet ουδ <-(e)s, -e> μτφ
Wissensgebiet ουδ <-(e)s, -e>

5. area (surface measure):

Fläche θηλ <-, -n>
Flächeninhalt αρσ <-(e)s, -e>
Kreisfläche θηλ <-, -n>

6. area ΠΟΔΌΣΦ:

area οικ
Strafraum αρσ <-(e)s> kein pl

7. area (approximately):

in the area of £200

town [taʊn] ΟΥΣ

1. town (small city):

Stadt θηλ <-, Städ·te>
Heimatstadt θηλ <-, -städte>

2. town no άρθ (residential or working location):

Stadt θηλ <-, Städ·te>

3. town (downtown):

4. town (major city in area):

Stadt θηλ <-, Städ·te>

5. town + ενικ/pl ρήμα (residents of a town):

Stadt θηλ <-, Städ·te>

ιδιωτισμοί:

to go to town [on sth]
sich αιτ [bei etw δοτ] ins Zeug legen

A2 ΟΥΣ

A συντομογραφία: ampere

A <-(s), -(s)>

am·pere [ˈæmpeəʳ, αμερικ -pɪr] ΟΥΣ τυπικ

Ampere ουδ <-(s), ->

A4 ΟΥΣ βρετ

A συντομογραφία: A level

A lev·el [ˈeɪlevəl] ΟΥΣ βρετ

das Abitur kein pl
die Matur[a] CH
die Matura A

A5 ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

A ουδ <-(s), -(s)>

a.m. [ˌeɪˈem] αμετάβλ

am συντομογραφία: ante meridiem

at 6 am

A/D, A to D

A/D συντομογραφία: analogue to digital

Καταχώριση OpenDict

A&E

A&E (accident & emergency) ΟΥΣ ΙΑΤΡ βρετ Abk.

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

area ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Bereich αρσ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

surround ΡΉΜΑ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

area surrounding a town ΧΩΡΟΤΑΞΊΑ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
Present
Isurround
yousurround
he/she/itsurrounds
wesurround
yousurround
theysurround
Past
Isurrounded
yousurrounded
he/she/itsurrounded
wesurrounded
yousurrounded
theysurrounded
Present Perfect
Ihavesurrounded
youhavesurrounded
he/she/ithassurrounded
wehavesurrounded
youhavesurrounded
theyhavesurrounded
Past Perfect
Ihadsurrounded
youhadsurrounded
he/she/ithadsurrounded
wehadsurrounded
youhadsurrounded
theyhadsurrounded

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.