στο λεξικό PONS
I. ab·so·lute [ˌæbsəˈlu:t] ΕΠΊΘ αμετάβλ
1. absolute (complete):
2. absolute προσδιορ (emphatic):
4. absolute also ΝΟΜ (unlimited):
6. absolute Η/Υ:
II. ab·so·lute [ˌæbsəˈlu:t] ΟΥΣ ΦΙΛΟΣ
de·cree ˈab·so·lute <pl decrees absolute> ΟΥΣ βρετ ΝΟΜ
ˈab·so·lute guar·an·ty ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΝΟΜ
nomi·na·tive ˈab·so·lute ΟΥΣ ΓΛΩΣΣ
no-ˈglu·ten ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ
low-ˈglu·ten ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ
ab·so·lute·ly [ˌæbsəˈlu:tli] ΕΠΊΡΡ αμετάβλ
1. absolutely (completely):
- sth is absolutely true
-
- to absolutely agree with sb
- jdm vollkommen zustimmen
- to absolutely believe in sth
- etw bedingungslos glauben
- to trust sb absolutely
-
2. absolutely (emphatic):
- to be absolutely determined to do sth
-
- to mean absolutely everything to sb
-
- to mean absolutely everything to sb person, animal also
-
3. absolutely ΓΛΩΣΣ:
ab·so·lut·ism [ˈæbsəlu:tɪzəm, αμερικ -t̬ɪz-] ΟΥΣ no pl ΠΟΛΙΤ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
absolute suretyship ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
absolute guaranty ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
absolute preferred stock ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
bank solution ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
reinsurance solution ΟΥΣ ΑΣΦΆΛ
cash management solution ΟΥΣ E-COMM
fund-based solution ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
-
- Fondslösung θηλ
market solution ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
physiological salt solution ΟΥΣ
buffered solution, buffer solution ΟΥΣ
salt solution, saline solution ΟΥΣ
methylene blue solution [ˈmeθliːn] ΟΥΣ
loading solution ΟΥΣ
Ringer’s solution ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
absolute braking distance traffic flow, transport safety
approach to the solution ΠΡΟΤΥΠΟΠ, ΑΞΙΟΛΌΓ
solution strategy ΠΡΟΤΥΠΟΠ, ΑΞΙΟΛΌΓ
solution process ΠΡΟΤΥΠΟΠ, ΑΞΙΟΛΌΓ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.