Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Einrede
Einrede

στο λεξικό PONS

re·deem [rɪˈdi:m] ΡΉΜΑ μεταβ

1. redeem (compensate for):

to redeem sth fault, mistake

2. redeem (save):

to redeem sb ΘΡΗΣΚ
to redeem sb dated τυπικ (buy freedom)

3. redeem ΧΡΗΜΑΤΟΠ (convert):

4. redeem ΧΡΗΜΑΤΟΠ (pay off):

5. redeem (fulfil):

del cre·de·re [ˌdelˈkredəreɪ, αμερικ -ɚeɪ] ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ, ΧΡΗΜΑΤΟΠ

Delkredereagent(in) αρσ (θηλ) <-en, -en; -, -nen>

ˈred-eye ΟΥΣ αμερικ αργκ

1. red-eye (flight):

Nachtflug αρσ <-(e)s, -flüge>

2. red-eye dated (whisky):

Fusel αρσ <-s, -> οικ

3. red-eye (in photos):

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

redeem ΡΉΜΑ μεταβ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

del credere ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Delkredere ουδ

redeem ΡΉΜΑ μεταβ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

del credere liability ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

del credere insurance ΟΥΣ ΑΣΦΆΛ

Present
Iredeem
youredeem
he/she/itredeems
weredeem
youredeem
theyredeem
Past
Iredeemed
youredeemed
he/she/itredeemed
weredeemed
youredeemed
theyredeemed
Present Perfect
Ihaveredeemed
youhaveredeemed
he/she/ithasredeemed
wehaveredeemed
youhaveredeemed
theyhaveredeemed
Past Perfect
Ihadredeemed
youhadredeemed
he/she/ithadredeemed
wehadredeemed
youhadredeemed
theyhadredeemed

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος