Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

emploi’
eau du robinet

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

tap water ΟΥΣ

eau θηλ du robinet
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
water tap βρετ
hot/cold (water) tap βρετ ou faucet αμερικ
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

I. water [βρετ ˈwɔːtə, αμερικ ˈwɔdər, ˈwɑdər] ΟΥΣ

eau θηλ
to let in water shoe, boat:
to make water ship:
to keep one's head above water κυριολ
to keep one's head above water προσδιορ glass, jug, tank
to keep one's head above water snake, shrew
to keep one's head above water filter, pump
to keep one's head above water pipe, pressure, shortage

II. waters ΟΥΣ ουσ πλ

1. waters ΝΑΥΣ:

eaux θηλ πλ

2. waters (spa water):

prendre les eaux θηλ πλ

3. waters ΙΑΤΡ (in obstetrics):

eaux θηλ πλ

III. water [βρετ ˈwɔːtə, αμερικ ˈwɔdər, ˈwɑdər] ΡΉΜΑ μεταβ

water (in gardening) lawn, plant
water ΓΕΩΡΓ crop, field
water horse, livestock
a country watered by many rivers λογοτεχνικό

IV. water [βρετ ˈwɔːtə, αμερικ ˈwɔdər, ˈwɑdər] ΡΉΜΑ αμετάβ

V. water [βρετ ˈwɔːtə, αμερικ ˈwɔdər, ˈwɑdər]

not to hold water theory, argument:

I. tap [βρετ tap, αμερικ tæp] ΟΥΣ

1. tap (device to control flow):

robinet αρσ
robinet αρσ
bonde θηλ
on tap beer
on tap αμετάβλ wine
on tap μτφ

2. tap (blow):

petit coup αρσ
petite tape θηλ
to give sth a tap

3. tap (listening device):

4. tap (dance):

claquettes θηλ πλ

5. tap αμερικ ΗΛΕΚ:

connexion θηλ

6. tap ΤΕΧΝΟΛ:

taraud αρσ

II. taps ΟΥΣ (bugle call)

taps ουσ πλ + ρήμα ενικ (for lights out)

III. tap <μετ ενεστ tapping; απλ παρελθ, μετ παρακειμ tapped> [βρετ tap, αμερικ tæp] ΡΉΜΑ μεταβ

1. tap (knock):

tap person:
taper, tapoter (on sur, against contre)
to tap sth with sth
taper or frapper qc de qc
battre la mesure (with sth de qc)

2. tap (extract):

tap talent, resources, market, energy
to tap sb for money οικ
demander de l'argent à qn, taper qn οικ

3. tap (install listening device):

tap telephone
tap house, embassy

4. tap (breach):

tap barrel
tap furnace

5. tap (for sap):

tap tree
gemmer, inciser (for pour en extraire)

6. tap (collect resin):

tap rubber

7. tap ΤΕΧΝΟΛ (cut thread of):

8. tap αμερικ (designate):

désigner (as comme, for pour, to do pour faire)

IV. tap <μετ ενεστ tapping; απλ παρελθ, μετ παρακειμ tapped> [βρετ tap, αμερικ tæp] ΡΉΜΑ αμετάβ

tap person, finger, foot:

στο λεξικό PONS

tap water ΟΥΣ

eau θηλ du robinet
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
run tap, water
turn on gas, tap, water
turn off gas, water, tap
switch on water, gas, tap
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

I. tap1 [tæp] ΟΥΣ

1. tap βρετ (for water):

robinet αρσ

2. tap (directly available):

3. tap (overhearing device):

II. tap1 <-pp-> [tæp] ΡΉΜΑ μεταβ

1. tap ΤΗΛ:

to tap sb/sth

2. tap (make use of, utilize):

3. tap (let out via tap):

4. tap μτφ οικ:

III. tap1 [tæp] ΡΉΜΑ αμετάβ

to tap into sth

I. tap2 [tæp] ΟΥΣ

1. tap (light knock):

tape θηλ

2. tap (tap-dancing):

II. tap2 [tæp] ΕΠΊΘ

III. tap2 <-pp-> [tæp] ΡΉΜΑ μεταβ (strike lightly)

IV. tap2 <-pp-> [tæp] ΡΉΜΑ αμετάβ

I. water [ˈwɔ:təʳ, αμερικ ˈwɑ:t̬ɚ] ΟΥΣ

water (liquid):

eau θηλ
to tread water a. μτφ
faire du sur-place θηλ

ιδιωτισμοί:

II. water [ˈwɔ:təʳ, αμερικ ˈwɑ:t̬ɚ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. water (give water to):

water plants
water cows, horses

2. water (dilute):

III. water [ˈwɔ:təʳ, αμερικ ˈwɑ:t̬ɚ] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. water (produce tears):

2. water (salivate):

στο λεξικό PONS

tap water ΟΥΣ

eau θηλ du robinet
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
run tap, water
turn on gas, tap, water
turn off gas, water, tap
switch on water, gas, tap
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

I. tap1 [tæp] ΟΥΣ

1. tap (for water):

robinet αρσ

2. tap (directly available):

3. tap (overhearing device):

II. tap1 <-pp-> [tæp] ΡΉΜΑ μεταβ

1. tap ΤΗΛ:

to tap sb/sth

2. tap (make use of, utilize):

3. tap (let out via tap):

4. tap μτφ οικ:

III. tap1 [tæp] ΡΉΜΑ αμετάβ

to tap into sth

I. tap2 [tæp] ΟΥΣ

1. tap (light knock):

tape θηλ

2. tap (tap-dancing):

II. tap2 [tæp] ΕΠΊΘ

III. tap2 <-pp-> [tæp] ΡΉΜΑ μεταβ (strike lightly)

IV. tap2 <-pp-> [tæp] ΡΉΜΑ αμετάβ

I. water [ˈwɔ·t̬ər] ΟΥΣ

water (liquid):

eau θηλ
to tread water a. μτφ

ιδιωτισμοί:

il n'est pire eau que l'eau qui dort παροιμ

II. water [ˈwɔ·t̬ər] ΡΉΜΑ μεταβ

1. water (give water to):

water plants
water cows, horses

2. water (dilute):

III. water [ˈwɔ·t̬ər] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. water (produce tears):

2. water (salivate):

Present
Iwater
youwater
he/she/itwaters
wewater
youwater
theywater
Past
Iwatered
youwatered
he/she/itwatered
wewatered
youwatered
theywatered
Present Perfect
Ihavewatered
youhavewatered
he/she/ithaswatered
wehavewatered
youhavewatered
theyhavewatered
Past Perfect
Ihadwatered
youhadwatered
he/she/ithadwatered
wehadwatered
youhadwatered
theyhadwatered

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Example: a child with diarrhea who has been given tap water to replete diarrheal losses.
en.wikipedia.org