Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Uran
United Kingdom

Oxford Spanish Dictionary

Reino Unido ΟΥΣ αρσ

Oxford Spanish Dictionary
Oxford Spanish Dictionary

unido (unida) ΕΠΊΘ

1. unido familiares/amigos:

unido (unida)

2. unido (sobre un tema):

unido (unida)

I. unir ΡΉΜΑ μεταβ

1.1. unir persona:

1.2. unir sentimientos/intereses:

1.3. unir características/cualidades:

to combine sth with sth

2. unir (comunicar):

3. unir salsa:

II. unirse ΡΉΜΑ vpr

1.1. unirse (aliarse):

unirse personas/colectividades:
(unirse a algo) se unió a nuestra causa

1.2. unirse características/cualidades:

2. unirse (juntarse):

unirse caminos:
unirse caminos:

reinar ΡΉΜΑ αμετάβ

1. reinar monarca/dinastía:

2. reinar:

reinar silencio/paz/confusión:
reinar temperatura/tiempo:

reino ΟΥΣ αρσ

realm λογοτεχνικό

I. ciego2 (ciega) ΟΥΣ αρσ (θηλ) (invidente)

ciego (ciega) m
ciego (ciega) f

II. ciego ΟΥΣ αρσ

1. ciego ΑΝΑΤ:

cecum αμερικ
caecum βρετ

2. ciego Ισπ αργκ:

ciego1 (ciega) ΕΠΊΘ

1.1. ciego (invidente):

ciego (ciega)
ponerse ciego a o de algo Ισπ οικ
ponerse ciego a o de algo Ισπ οικ
to stuff oneself with sth οικ

1.2. ciego (ante una realidad):

ciego (ciega)
to be blind to sth

2. ciego (ofuscado):

ciego (ciega)

3. ciego fe/obediencia:

ciego (ciega)

4. ciego:

ciego (ciega) conducto/cañería
ciego (ciega) arco
ciego (ciega) muro

5. ciego Ισπ οικ:

ciego (ciega) (por el alcohol)
blind drunk οικ
ciego (ciega) (por el alcohol)
plastered οικ
ciego (ciega) (por la droga)
stoned αργκ

στο λεξικό PONS

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
unidad de peso de 45.36 kg. en EE.UU. y de 50.80 kg. en el Reino Unido
στο λεξικό PONS

reino ΟΥΣ αρσ

unido (-a) ΕΠΊΘ

unido (-a)

I. unir ΡΉΜΑ μεταβ

1. unir tb. ΤΕΧΝΟΛ (dos elementos):

2. unir (territorios, familia):

3. unir (ingredientes):

4. unir (esfuerzos):

II. unir ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

unirse ΟΙΚΟΝ

reinar ΡΉΜΑ αμετάβ

1. reinar tb. μτφ (gobernar):

2. reinar (dominar):

στο λεξικό PONS
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
στο λεξικό PONS

reino [ˈrrei·no] ΟΥΣ αρσ

I. unir [u·ˈnir] ΡΉΜΑ μεταβ

1. unir tb. ΤΕΧΝΟΛ (dos elementos):

2. unir (territorios, familia):

3. unir (ingredientes):

4. unir (esfuerzos):

II. unir [u·ˈnir] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

unir ΟΙΚΟΝ

unido (-a) [u·ˈni·do, -a] ΕΠΊΘ

unido (-a)

reinar [rrei·ˈnar] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. reinar tb. μτφ (gobernar):

2. reinar (dominar):

presente
youno
unes
él/ella/ustedune
nosotros/nosotrasunimos
vosotros/vosotrasunís
ellos/ellas/ustedesunen
imperfecto
younía
unías
él/ella/ustedunía
nosotros/nosotrasuníamos
vosotros/vosotrasuníais
ellos/ellas/ustedesunían
indefinido
youní
uniste
él/ella/ustedunió
nosotros/nosotrasunimos
vosotros/vosotrasunisteis
ellos/ellas/ustedesunieron
futuro
youniré
unirás
él/ella/ustedunirá
nosotros/nosotrasuniremos
vosotros/vosotrasuniréis
ellos/ellas/ustedesunirán

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.