Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

факельное
Aufsichtsbehörde

στο λεξικό PONS

super·vi·sory auˈthor·ity ΟΥΣ + ενικ/pl ρήμα

Aufsichtsbehörde θηλ <-, -n>

bank·ing super·vi·sory auˈthor·ity ΟΥΣ

Bankenaufsicht θηλ <-> kein pl
στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

author·ity [ɔ:ˈθɒrəti, αμερικ əˈθɔ:rət̬i] ΟΥΣ

1. authority no pl (right of control):

Autorität θηλ <-, -en>
authority ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ
Amtsgewalt θηλ
authority ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ
Weisungsbefugnis θηλ <-, -se>
authority ΣΤΡΑΤ
Befehlsgewalt θηλ <->
elterliche Gewalt ειδικ ορολ
Verantwortliche(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>

2. authority no pl:

Befugnis θηλ <-, -se>
Vollmacht θηλ <-, -en>
authority to purchase ΟΙΚΟΝ, ΝΟΜ
jdn [dazu] befugen, etw zu tun
by authority ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ, ΝΟΜ

3. authority no pl (strength of personality):

Autorität θηλ <-, -en>

4. authority no pl (knowledge):

Sachverstand αρσ <-(e)s> kein pl
Kompetenz θηλ <-, -en>
sich αιτ [sehr] kompetent zu etw δοτ äußern

5. authority (expert):

Autorität θηλ <-, -en>
Kapazität θηλ <-, -en>
Experte(Expertin) αρσ (θηλ) <-n, -n>

6. authority (organization):

Behörde θηλ <-, -n>
Amt ουδ <-(e)s, Ạ̈m·ter>
Schulamt ουδ <-(e)s, -ämter>
Gesundheitsbehörde θηλ <-, -n>

7. authority (bodies having power):

8. authority no pl (source):

Quelle <-, -n>

9. authority ΝΟΜ:

10. authority ΝΟΜ:

Instanz θηλ <-, -en>

super·vi·sory [ˌsu:pəˈvaɪzəri, αμερικ -ɚˈvaɪzɚi] ΕΠΊΘ αμετάβλ

1. supervisory (controlling):

Aufsichts- προσδιορ
Aufsichtspersonal ουδ <-s> kein pl

2. supervisory Η/Υ:

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

supervisory authority ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς

banking supervisory authority ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς

exchange supervisory authority ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

stock exchange supervisory authority ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

authority ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς

authority ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The city council also removed supervisory authority from the clerk's position.
en.wikipedia.org
Most state supreme courts also have general supervisory authority over the state court system.
en.wikipedia.org
No longer having any supervisory authority, he was retired early by the company.
en.wikipedia.org
A business that carries out cross border processing should be primarily regulated by the supervisory authority in which it has its main establishment.
www.mondaq.com
Each country also has its own supervisory authority to monitor the level of protection.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "supervisory authority" σε άλλες γλώσσες