Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lUlster
approval

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ge·neh·mi·gung <-, -en> ΟΥΣ θηλ

1. Genehmigung (das Genehmigen):

Genehmigung
approval no άρθ, no πλ

2. Genehmigung:

Genehmigung (Berechtigungsschein)
Genehmigung (Berechtigungsschein)
permission no αόρ άρθ, no πλ
Genehmigung (Berechtigungsschein)
licence [or αμερικ -se]
Genehmigung (Ermächtigung)
eine Genehmigung erhalten
mit amtlicher Genehmigung
eine vorbehaltliche Genehmigung
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
[formelle] Genehmigung [o. Erlaubnis]
Genehmigung θηλ <-, -en>
Genehmigung θηλ <-, -en>
die Genehmigung steht noch aus
Genehmigung θηλ <-, -en>
königliche Genehmigung
Genehmigung θηλ <-, -en>
to have sb's say-so
jds Genehmigung [o. Einverständnis] haben
rubber-stamp μτφ
Genehmigung θηλ <-, -en>

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Genehmigung ΟΥΣ θηλ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

Genehmigung
Genehmigung
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Genehmigung θηλ
Genehmigung θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Das israelische Verkehrsministerium hat deshalb die Genehmigung erteilt, mit der Planung für eine erste Strecke zu beginnen.
de.wikipedia.org
Unter britischer Genehmigung konnte er das Unternehmen wieder aufbauen, dem er bis zu seinem Tod 1953 vorstand.
de.wikipedia.org
Die Insel gilt als autoluw, das heißt, nur Einwohner können eine Genehmigung zum Betrieb eines Kraftfahrzeugs beantragen.
de.wikipedia.org
Die Einhaltung des danach abgestimmten Sicherheitskonzepts kann als Auflage in die Genehmigung oder die Erlaubnis, welche als Bescheid erteilt wird, aufgenommen werden.
de.wikipedia.org
Der König erklärte später in seiner Genehmigung zur Marmorausführung, man könne die Figur in diesem Punkt ändern.
de.wikipedia.org