στο λεξικό PONS
con·sump·tion [kənˈsʌm(p)ʃən] ΟΥΣ no pl
1. consumption:
2. consumption (eating, drinking):
3. consumption (purchase):
5. consumption no pl ΙΑΤΡ:
- consumption dated
-
I. de·mand [dɪˈmɑ:nd, αμερικ -ˈmænd] ΡΉΜΑ μεταβ
1. demand (insist upon):
II. de·mand [dɪˈmɑ:nd, αμερικ -ˈmænd] ΟΥΣ
1. demand (insistent request):
2. demand ΕΜΠΌΡ:
3. demand βρετ (for payment):
I. pri·vate [ˈpraɪvɪt, αμερικ -vət] ΕΠΊΘ
1. private αμετάβλ (personal):
2. private (not open to public):
4. private (not social):
6. private αμετάβλ (not governmental):
II. pri·vate [ˈpraɪvɪt, αμερικ -vət] ΟΥΣ
1. private no pl (not in public):
2. private οικ (genitals):
- privates pl
-
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
private consumption demand ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
| I | demand |
|---|---|
| you | demand |
| he/she/it | demands |
| we | demand |
| you | demand |
| they | demand |
| I | demanded |
|---|---|
| you | demanded |
| he/she/it | demanded |
| we | demanded |
| you | demanded |
| they | demanded |
| I | have | demanded |
|---|---|---|
| you | have | demanded |
| he/she/it | has | demanded |
| we | have | demanded |
| you | have | demanded |
| they | have | demanded |
| I | had | demanded |
|---|---|---|
| you | had | demanded |
| he/she/it | had | demanded |
| we | had | demanded |
| you | had | demanded |
| they | had | demanded |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.