Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

aller’
Agenten

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

agent [ˈeɪʤənt] ΟΥΣ

1. agent:

[Stell]vertreter(in) αρσ (θηλ)
Agent(in) αρσ (θηλ) <-en, -en>
Versicherungsvertreter(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>
Reisebürokaufmann(-frau) αρσ (θηλ) <-(e)s, -männer [o. -leute]; -, -en>
Reiseveranstalter(in) αρσ (θηλ) <-s, ->

2. agent (of a secret service):

Agent(in) αρσ (θηλ) <-en, -en>
Spion(in) αρσ (θηλ) <-s, -e; -, -nen>
Geheimagent(in) αρσ (θηλ) <-en, -en; -, -nen>
Undercoveragent(in) αρσ (θηλ)

3. agent (substance):

Mittel ουδ <-s, ->
Wirkstoff αρσ <-(e)s, -e>
Reinigungsmittel ουδ <-s, ->

4. agent (one that acts):

Handelnde(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>

5. agent (force):

[Wirk]kraft θηλ
Ursache θηλ <-, -n>

6. agent ΝΟΜ:

Zustellungsbevollmächtigte(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>

ˈrais·ing agent ΟΥΣ

Treibmittel ουδ <-s, ->

agent pro·vo·ca·teur <pl agents provocateurs> [ˌæʒɑ͂:prəvɒkəˈtɜ:ʳ, αμερικ ˌɑ:ʒɑ͂:proʊvɑ:kəˈtɜ:r] ΟΥΣ

Agent Provocateur αρσ <- -, -s -s>
Lockspitzel αρσ <-s, -> μειωτ

lit·er·ary ˈagent ΟΥΣ

Literaturagent(in) αρσ (θηλ)

ˈclear·ing agent ΟΥΣ ΧΗΜ

sepa·ra·ting agent [sepəreɪtɪŋ-ˈ, αμερικ -əreɪt-] ΟΥΣ ΧΗΜ

bright·en·ing agent [ˈbraɪtənɪŋ-] ΟΥΣ ΧΗΜ

ˈpa·tent agent ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ

Patentanwalt(-anwältin) αρσ (θηλ) <-(e)s, -wälte; -, -nen>
Καταχώριση OpenDict

agent ΟΥΣ

agent ΝΟΜ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

Intelligent Software Agents ΟΥΣ E-COMM

ISA πλ

subscription agent ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

customs agent ΟΥΣ handel

Zollagent αρσ

fiscal agent ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Fiscal Agent αρσ

commercial agent ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Agent αρσ

placing agent ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Placing Agent αρσ

insurance agent ΟΥΣ ΑΣΦΆΛ

Versicherungsagent(in) αρσ (θηλ)
Versicherungsvertreter(in) αρσ (θηλ)

agent account ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

mercantile agent ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Handelsmakler(in) αρσ (θηλ)

paying agent ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Zahlstelle θηλ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

agent ΟΥΣ

travel agent ΟΥΣ

part-time agent ΟΥΣ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

transforming agent ΟΥΣ

cooling agent ΟΥΣ

flocculating agent

oxidising agent [ˈɒksɪdaɪzɪŋˌeɪdʒnt] ΟΥΣ (reactant that becomes reduced)

Oxidationsmittel (der Ausgangsstoff, der reduziert wird)

reducing agent ΟΥΣ

Elektronen liefernder Stoff (Elektronendonator)
Reduktionsmittel (das oxidiert wird)

gene shuttle, carrier agent ΟΥΣ

coagulant (agent) [kəʊˈæɡjʊləntˌeɪʤənt]

precipitation agent dispensing installation ΟΥΣ

pollinator, pollination agent ΟΥΣ

Bestäuber (Überträger des Pollens)

active substance, agent ΟΥΣ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Cleaning agents can be introduced into the carrier liquid to reduce smut and aid in rust prevention.
en.wikipedia.org
Various methods of delivering these agents, including gene therapy approaches and the use of tumor targeted nanoparticles are being pursued.
en.wikipedia.org
There are also houses to rent by the week (best for longer stays; book through local real-estate agents), most of which are very reasonably priced.
www.telegraph.co.uk
Salt-weathering simulations under hot desert conditions: agents of enlightenment or perpetuators of preconceptions?
en.wikipedia.org
Mental disorders were generally thought to reflect abstract metaphysical entities, supernatural agents, sorcery or witchcraft.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "agents" σε άλλες γλώσσες