Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Vichy
holländischer Tender

στο λεξικό PONS

I. style [staɪl] ΟΥΣ

1. style (distinctive manner):

Stil αρσ <-(e)s, -e>
Art θηλ <-, -en>
Stil αρσ des Hauses
Lebensstil αρσ <-(e)s, -e>
Lebensweise θηλ <-, -n>
in the style of sb/sth
im Stil von jdm/etw
that's not my style μτφ οικ
in the Gothic style ΑΡΧΙΤ, ΤΈΧΝΗ

2. style επιβεβαιωτ (stylishness):

Stil αρσ <-(e)s, -e>

3. style (fashion):

Stil αρσ <-(e)s, -e>

4. style no pl (be fashionable):

5. style (specific type):

Art θηλ <-, -en>
Ausführung θηλ <-, -en>

II. style [staɪl] ΡΉΜΑ μεταβ

1. style (arrange):

to style sth plan, design
to style sth (shape)

2. style (designate):

to style sb/sth/oneself sth
jdn/etw/sich etw αιτ nennen
to style sb/sth/oneself sth
jdn/etw/sich als etw bezeichnen

I. Dutch [dʌtʃ] ΕΠΊΘ

II. Dutch [dʌtʃ] ΟΥΣ

1. Dutch no pl (language):

2. Dutch (people):

III. Dutch [dʌtʃ] ΕΠΊΡΡ

ten·der1 <-er, -est [or most tender]> [ˈtendəʳ, αμερικ -ɚ] ΕΠΊΘ

1. tender (not tough):

tender meat, vegetable
zart <zarter, am zartesten>

2. tender:

tender (easily hurt) skin, plants
zart <zarter, am zartesten>
tender (sensitive to pain) part of body

3. tender λογοτεχνικό (youthful):

zart <zarter, am zartesten>
of tender years τυπικ

4. tender (requiring tact):

5. tender (affectionate):

I. ten·der2 [ˈtendəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ ΕΜΠΌΡ

Angebot ουδ <-(es), -e>
to win the tender ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Andienung θηλ <-, -en>

II. ten·der2 [ˈtendəʳ, αμερικ -ɚ] ΡΉΜΑ μεταβ τυπικ

III. ten·der2 [ˈtendəʳ, αμερικ -ɚ] ΡΉΜΑ αμετάβ ΕΜΠΌΡ

tender goods

ten·der3 [ˈtendəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ

1. tender (railway waggon):

Kohlenwagen αρσ <-s, ->

2. tender (boat):

3. tender (behind fire engine):

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

Dutch-style tender ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

US-style tender ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

tender ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Angebot ουδ

tender ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

Andienung θηλ

tender ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Tender αρσ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

style ΟΥΣ

Present
Istyle
youstyle
he/she/itstyles
westyle
youstyle
theystyle
Past
Istyled
youstyled
he/she/itstyled
westyled
youstyled
theystyled
Present Perfect
Ihavestyled
youhavestyled
he/she/ithasstyled
wehavestyled
youhavestyled
theyhavestyled
Past Perfect
Ihadstyled
youhadstyled
he/she/ithadstyled
wehadstyled
youhadstyled
theyhadstyled

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.