Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

leseguire
carta di credito

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

credit card [βρετ, αμερικ ˈkrɛdət ˌkɑrd] ΟΥΣ

credit card ΕΜΠΌΡ, ΟΙΚΟΝ
στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
max out credit, credit card
take shop, restaurant etc.: credit card, cheque
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

I. card1 [βρετ kɑːd, αμερικ kɑrd] ΟΥΣ

1. card ΑΘΛ:

biglietto αρσ
scheda θηλ
cartellino αρσ
programma αρσ

2. card ΠΑΙΧΝΊΔΙΑ:

carta θηλ da gioco
one's last card μτφ

3. card βρετ (person):

card αρχαϊκ, οικ
card αρχαϊκ, οικ
sagoma θηλ

4. card Η/Υ:

scheda θηλ

II. card1 [βρετ kɑːd, αμερικ kɑrd] ΡΉΜΑ μεταβ

1. card:

2. card αμερικ:

III. card1 [βρετ kɑːd, αμερικ kɑrd]

it is on the cards thatβρετ , it is in the cards thatαμερικ
to get or be given one's cards βρετ σπάνιο, οικ

I. card2 [βρετ kɑːd, αμερικ kɑrd] ΟΥΣ (for wool)

scardasso αρσ
cardatrice θηλ
carda θηλ

II. card2 [βρετ kɑːd, αμερικ kɑrd] ΡΉΜΑ μεταβ (comb)

card wool, hemp

I. credit [βρετ ˈkrɛdɪt, αμερικ ˈkrɛdət] ΟΥΣ

1. credit (approval):

merito αρσ
onore αρσ (for di)
to be a credit to sb, sth
fare onore a qn, qc
to do sb credit or to do credit to sb

2. credit (credence):

credito αρσ

3. credit (borrowing):

credit ΕΜΠΌΡ, ΟΙΚΟΝ
credito αρσ

4. credit ΟΙΚΟΝ (positive balance):

credito αρσ
attivo αρσ
to be £25 in credit

5. credit αμερικ ΠΑΝΕΠ:

credito αρσ

II. credits ΟΥΣ npl

1. credits:

credits ΚΙΝΗΜ, TV (at the beginning)
titoli αρσ di testa
titoli αρσ di coda

2. credits (of CD, website):

credits αρσ πλ

III. credit [βρετ ˈkrɛdɪt, αμερικ ˈkrɛdət] ΡΉΜΑ μεταβ

1. credit (attribute):

to credit sb with discovery, power, achievement

2. credit ΟΙΚΟΝ:

3. credit (believe):

credit story, assertion

στο λεξικό PONS

credit card ΟΥΣ

στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
application for job, credit card, loan
domanda θηλ
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

I. card1 [kɑ:rd] ΟΥΣ

1. card (birthday, Christmas, etc.):

2. card:

card ΠΑΙΧΝΊΔΙΑ, a. ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ
carta θηλ
mazzo αρσ di carte

3. card (proof of identity):

documento αρσ

4. card a. Η/Υ:

scheda θηλ

5. card ΑΘΛ (program):

programma αρσ

6. card (index card):

scheda θηλ

7. card οικ:

tipo αρσ bizzarro

ιδιωτισμοί:

II. card1 [kɑ:rd] ΡΉΜΑ μεταβ οικ

I. card2 [kɑ:rd] ΟΥΣ

cardatrice θηλ

II. card2 [kɑ:rd] ΡΉΜΑ μεταβ

I. credit [ˈkre·dɪt] ΟΥΣ

1. credit (belief):

credito αρσ
to give credit to sth/sb
dar credito a qc/qu

2. credit:

onore αρσ
merito αρσ
to sb's credit

3. credit ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

credito αρσ

4. credit ΕΜΠΌΡ:

attivo αρσ

5. credit pl ΚΙΝΗΜ:

titoli [o coda] αρσ di testa pl

II. credit [ˈkre·dɪt] ΡΉΜΑ μεταβ

1. credit (believe):

2. credit ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

3. credit (attribute):

Present
Icard
youcard
he/she/itcards
wecard
youcard
theycard
Past
Icarded
youcarded
he/she/itcarded
wecarded
youcarded
theycarded
Present Perfect
Ihavecarded
youhavecarded
he/she/ithascarded
wehavecarded
youhavecarded
theyhavecarded
Past Perfect
Ihadcarded
youhadcarded
he/she/ithadcarded
wehadcarded
youhadcarded
theyhadcarded

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Merchants had no way to see cross-merchant activity until the credit card associations reported it.
en.wikipedia.org
She ends up cutting up the credit card to keep things from disappearing but it's too late.
en.wikipedia.org
Often these sites claim to be free, and advertise that no credit card is needed to view the site.
en.wikipedia.org
They then sold these numbers to other people, who used them to perpetrate massive credit card fraud.
en.wikipedia.org
Application score is also used as a factor in deciding such things as an overdraft or credit card limit.
en.wikipedia.org