Γαλλικά » Γερμανικά

pouvoir2 [puvwaʀ] ΟΥΣ m

3. pouvoir (influence):

II . pouvoir2 [puvwaʀ]

contrepouvoirNO <contrepouvoirs> [kɔ͂tʀəpuvwaʀ], contre-pouvoirOT <contre-pouvoirs> ΟΥΣ m

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文