Γερμανικά » Γαλλικά

I . ach [ax] ΕΠΙΦΏΝ

1. ach (Ausruf der Verärgerung):

ach
ah
ach was [o. wo]!

2. ach (Ausruf der Überraschung):

ach
ah
ach nein! fam
allons bon ! fam
ah oui ?
ach so! (nun gut)
bon, bon !
ach so! (aha)
ah bon !

II . ach [ax] ΕΠΊΡ iron

Ach <-s, -[s]> ΟΥΣ nt

Ach (Jammern):

Ach

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文