Γαλλικά » Γερμανικά

I . jouer [ʒwe] ΡΉΜΑ intr

5. jouer THEAT, CINE:

in etw Dat spielen

6. jouer (affecter d'être):

jouer à qn

8. jouer (miser):

auf etw Akk setzen

11. jouer (faire des effets):

12. jouer (avoir du jeu):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文