Γαλλικά » Γερμανικά

II . fort [fɔʀ] ΟΥΣ m

1. fort (forteresse):

Fort nt
fort HIST

2. fort (spécialité):

4. fort (personne):

Starke(r) m

fort(e) [fɔʀ, fɔʀt] ΕΠΊΘ

1. fort (robuste):

3. fort postposé (résistant):

5. fort (pour le goût):

fort(e)

6. fort (pour l'odorat):

fort(e)

7. fort (pour les sensations/sentiments):

fort(e)

8. fort MUS:

fort(e) temps

9. fort LING:

fort(e)
fort(e)

15. fort postposé (courageux):

fort(e)

fort

I . coffre-fort <coffres-forts> [kɔfʀəfɔʀ] ΟΥΣ m

II . coffre-fort <coffres-forts> [kɔfʀəfɔʀ] APP

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文