Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Herstellen
chevaux

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

horse [βρετ hɔːs, αμερικ hɔrs] ΟΥΣ

1. horse:

cheval αρσ
the horses (horseracing) οικ, μτφ
les courses θηλ πλ (de chevaux)

2. horse:

cheval αρσ de saut

3. horse U ΣΤΡΑΤ:

cavalerie θηλ
troupes θηλ πλ à cheval

4. horse (heroin):

horse οικ
cheval αρσ οικ
horse οικ
héroïne θηλ

5. horse αμερικ (condom):

horse οικ
to flog βρετ or beat αμερικ a dead horse οικ
hold your horses! οικ

horse about ΡΉΜΑ [βρετ hɔːs -, αμερικ hɔrs -], horse around ΡΉΜΑ

charley horse [βρετ ˈtʃɑːli hɔːs, αμερικ ˈtʃɑrli ˌhɔrs] ΟΥΣ αμερικ οικ

dark horse ΟΥΣ

1. dark horse βρετ (enigmatic person):

dark horse οικ
mystère αρσ

2. dark horse (in sports):

outsider αρσ

3. dark horse αμερικ ΠΟΛΙΤ:

hobby horse ΟΥΣ

1. hobby horse (toy):

2. hobby horse (obsession):

dada αρσ μειωτ

clothes horse ΟΥΣ κυριολ

minet/minette οικ

white horse ΟΥΣ (wave)

mouton αρσ

dray horse [αμερικ ˈdreɪ ˌhɔrs] ΟΥΣ ΙΣΤΟΡΊΑ

cheval αρσ de trait

rocking horse ΟΥΣ

saddle horse ΟΥΣ

cheval αρσ de selle

στο λεξικό PONS

horse [hɔ:s, αμερικ hɔ:rs] ΟΥΣ

1. horse ΖΩΟΛ:

cheval αρσ
attelage αρσ

2. horse ΑΘΛ:

ιδιωτισμοί:

horse about ΡΉΜΑ αμετάβ, horse around ΡΉΜΑ αμετάβ

gift horse ΟΥΣ

never look a gift horse in the mouth παροιμ

shire horse ΟΥΣ

sea horse ΟΥΣ

hippocampe αρσ

clothes horse ΟΥΣ

horse-drawn ΕΠΊΘ

horse-trading ΟΥΣ no πλ μειωτ

horse-laugh ΟΥΣ

rire αρσ de cheval

vaulting horse ΟΥΣ ΑΘΛ

στο λεξικό PONS

horse [hɔrs] ΟΥΣ

1. horse ΖΩΟΛ:

cheval αρσ
to eat like a horse μτφ

2. horse sports:

ιδιωτισμοί:

hold your horses! οικ

sea horse ΟΥΣ

hippocampe αρσ

gift horse ΟΥΣ

never look a gift horse in the mouth παροιμ

horse car ΟΥΣ

van αρσ

clothes horse ΟΥΣ

dark horse ΟΥΣ

1. dark horse (person with hidden qualities):

2. dark horse sports, ΠΟΛΙΤ:

horse-drawn ΕΠΊΘ

horse chestnut ΟΥΣ

marron αρσ d'Inde

horse around ΡΉΜΑ αμετάβ

horse-trading ΟΥΣ μειωτ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Horses are non-ruminant herbivores of a type known as a hindgut fermenter.
en.wikipedia.org
There is also an important export trade in horses.
en.wikipedia.org
These are motorcycles, horses and carts the most common means of locomotion flowing through the dirt roads.
en.wikipedia.org
While conceding that federal law protects the animals, these individuals also argued that economic needs (like livestock grazing) should take precedence over the horses.
en.wikipedia.org
With no shortage of the theatrical in their nature, the imposters pulled off the hoax and rode good horses.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "horses" σε άλλες γλώσσες