Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Fungus
lively

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. leb·haft [ˈle:phaft] ΕΠΊΘ

1. lebhaft (temperamentvoll):

2. lebhaft (angeregt):

3. lebhaft (belebt):

4. lebhaft (anschaulich):

5. lebhaft (kräftig):

II. leb·haft [ˈle:phaft] ΕΠΊΡΡ

1. lebhaft (anschaulich):

2. lebhaft (sehr stark):

In·ter·es·se <-s, -n> [ɪntəˈrɛsə] ΟΥΣ ουδ

1. Interesse kein πλ (Aufmerksamkeit):

Interesse [an jdm/etw [o. für jdn/etw]] haben
to have an interest [in sb/sth]

2. Interesse πλ (Neigungen):

3. Interesse πλ (Belange):

4. Interesse (Nutzen):

in jds δοτ Interesse liegen, etw zu tun
to be in sb's interest to do sth
im Interesse einer S. γεν
in jds δοτ Interesse
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
lebhaftes Pferd

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

lebhaft ΕΠΊΘ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Der Karriere wegen hatte er sich taufen lassen, behielt aber zeitlebens ein lebhaftes Interesse an jüdischen Angelegenheiten, etwa an der Frage nach einer „jüdischen Nationalität“.
de.wikipedia.org
Als Springinsfeld (von ich springe ins Feld) bezeichnet man einen unbekümmerten, meist auch leichtsinnigen und übermütigen jungen Menschen oder aber auch ein lebhaftes, fröhliches Kind.
de.wikipedia.org
Die Universität füllt die Stadt mit mehr als 40.000 Studenten, was ihr ein lebhaftes, jugendliches Gepräge gibt.
de.wikipedia.org
Die Fassaden haben durch die Verwendung der verschiedenen Materialien Holz, Ziegel und Putz ein lebhaftes Erscheinungsbild.
de.wikipedia.org
Er freut sich darüber, so viele verschiedene Dinge tun zu können... Durch sein lebhaftes Temperament gerät er in immer neue Abenteuer.
de.wikipedia.org