στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia
I. rent1 [βρετ rɛnt, αμερικ rɛnt] ΟΥΣ (for accommodation)
II. rent1 [βρετ rɛnt, αμερικ rɛnt] ΡΉΜΑ μεταβ
III. rent1 [βρετ rɛnt, αμερικ rɛnt] ΡΉΜΑ αμετάβ
rent2 [βρετ rɛnt, αμερικ rɛnt] ΟΥΣ (rip)
ACT ΟΥΣ
ACT (in US) ΠΑΝΕΠ → American College Test
I. act [βρετ akt, αμερικ ækt] ΟΥΣ
1. act (action, deed):
2. act ΝΟΜ (law):
4. act (entertainment routine):
II. act [βρετ akt, αμερικ ækt] ΡΉΜΑ μεταβ ΘΈΑΤ
III. act [βρετ akt, αμερικ ækt] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. act (take action):
2. act (behave):
3. act ΘΈΑΤ:
στο λεξικό PONS
I. rent2 [rent] ΡΉΜΑ μεταβ
- rent car, video
-
I. act [ækt] ΟΥΣ
1. act (action):
ιδιωτισμοί:
II. act [ækt] ΡΉΜΑ αμετάβ
| I | rend |
|---|---|
| you | rend |
| he/she/it | rends |
| we | rend |
| you | rend |
| they | rend |
| I | rent / αμερικ επίσ rended |
|---|---|
| you | rent / αμερικ επίσ rended |
| he/she/it | rent / αμερικ επίσ rended |
| we | rent / αμερικ επίσ rended |
| you | rent / αμερικ επίσ rended |
| they | rent / αμερικ επίσ rended |
| I | have | rent / αμερικ επίσ rended |
|---|---|---|
| you | have | rent / αμερικ επίσ rended |
| he/she/it | has | rent / αμερικ επίσ rended |
| we | have | rent / αμερικ επίσ rended |
| you | have | rent / αμερικ επίσ rended |
| they | have | rent / αμερικ επίσ rended |
| I | had | rent / αμερικ επίσ rended |
|---|---|---|
| you | had | rent / αμερικ επίσ rended |
| he/she/it | had | rent / αμερικ επίσ rended |
| we | had | rent / αμερικ επίσ rended |
| you | had | rent / αμερικ επίσ rended |
| they | had | rent / αμερικ επίσ rended |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.