Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Schlachten
ländlicher Markt

στο λεξικό PONS

I. lo·cal [ˈləʊkəl, αμερικ ˈloʊ-] ΕΠΊΘ

1. local (neighbourhood):

the local gentry βρετ dated
Lokalmatador αρσ <-s, -e; -, -nen>
Kommunalbeamte(r)(-beamtin) αρσ (θηλ)
Kommunalpolitik θηλ <-, -en>
Lokalsender αρσ <-s, ->
Filiale θηλ <-, -n>
local branch of a bank, shop
Zweigstelle θηλ <-, -n>
local branch of a bank, shop
Zweigniederlassung θηλ <-, -en>

2. local ΙΑΤΡ:

3. local Η/Υ:

II. lo·cal [ˈləʊkəl, αμερικ ˈloʊ-] ΟΥΣ

1. local usu pl (inhabitant):

Ortsansässige(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>
Einheimische(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>

2. local βρετ οικ (pub):

Stammlokal ουδ <-s, -e>
Stammkneipe θηλ <-, -n> οικ
Stammbeisl ουδ A
Stammbeiz θηλ CH
Dorfkrug αρσ <-(e)s, -krüge> βορειογερμ

3. local:

Bus αρσ <-ses, -se>
Stadtbus αρσ <-ses, -se>
Nahverkehrszug αρσ <-(e)s, -züge>

4. local αμερικ (trade union):

5. local ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

I. mar·ket [ˈmɑ:kɪt, αμερικ ˈmɑ:r-] ΟΥΣ

1. market (place):

Markt αρσ <-(e)s, Märk·te>
Markttag αρσ <-(e)s, -e>

2. market (demand):

Markt αρσ <-(e)s, Märk·te>
Käufermarkt αρσ <-(e)s> kein pl
Verkäufermarkt αρσ <-(e)s> kein pl
Wohnungsmarkt αρσ <-(e)s, -märkte>

3. market (trade):

Handel αρσ <-s> kein pl
Markt αρσ <-(e)s, Märk·te>
active market ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ
main market βρετ
Freiverkehr αρσ <-(e)s> kein pl
Börse θηλ <-, -n>
third market αμερικ
an etw δοτ interessiert sein

4. market (customers):

II. mar·ket [ˈmɑ:kɪt, αμερικ ˈmɑ:r-] ΟΥΣ modifier

Marktpreis αρσ <-es, -e>
Marktsegment ουδ <-(e)s, -e>
Marktwert αρσ <-(e)s> kein pl

III. mar·ket [ˈmɑ:kɪt, αμερικ ˈmɑ:r-] ΡΉΜΑ μεταβ

to market sth (sell)
Καταχώριση OpenDict

market ΡΉΜΑ

to market sth (sell)

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

local ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Local αρσ

local ΕΠΊΘ ΚΡΆΤΟς

market ΡΉΜΑ μεταβ ΜΆΡΚΕΤΙΝΓΚ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

local market ΟΥΣ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

market ΟΥΣ

Present
Imarket
youmarket
he/she/itmarkets
wemarket
youmarket
theymarket
Past
Imarketed
youmarketed
he/she/itmarketed
wemarketed
youmarketed
theymarketed
Present Perfect
Ihavemarketed
youhavemarketed
he/she/ithasmarketed
wehavemarketed
youhavemarketed
theyhavemarketed
Past Perfect
Ihadmarketed
youhadmarketed
he/she/ithadmarketed
wehadmarketed
youhadmarketed
theyhadmarketed

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The housing market is split between local market properties and a small number of open market properties.
en.wikipedia.org
The farmers and traders of the locality took the pledge that they will ban all possible multi-national products to save the evern sinking local market.
en.wikipedia.org
He explained that the local market has been unable to absorb the export surplus as well as the imported tilapia.
jamaica-gleaner.com
The sale price is indexed forward from the date of the historic sale, determined by prevailing local market price trends, and converted into current-day value.
www.propertyobserver.com.au
Few sportscasters have ever had such an impact or such a following in such a relatively small local market.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "local market" σε άλλες γλώσσες