Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dellocculto
Kreditbrief des Kreditnehmers

στο λεξικό PONS

bor·row·er [ˈbɒrəʊəʳ, αμερικ ˈbɑ:roʊɚ] ΟΥΣ

1. borrower (from a bank):

Kreditnehmer(in) αρσ (θηλ) <-s, ->
Darlehensnehmer(in) αρσ (θηλ) <-s, ->

2. borrower (from a library):

Entleiher(in) αρσ (θηλ) <-s, ->

I. note [nəʊt, αμερικ noʊt] ΟΥΣ

1. note:

Notiz θηλ <-, -en>
Bescheid αρσ <-(e)s, -e>
Mitteilung θηλ <-, -en>
[sich δοτ] etw notieren
to make [or take] a note [of sth]
[sich δοτ] eine Notiz [von etw δοτ] machen
to write sb a note [or a note to sb]

2. note (attention):

von etw δοτ Notiz nehmen

3. note ΛΟΓΟΤ:

Anmerkung θηλ <-, -en>
Erläuterung θηλ <-, -en>

4. note ΜΟΥΣ:

Note θηλ <-, -n>

5. note:

Ton αρσ <-(e)s, Töne>
Klang αρσ <-(e)s, Klän·ge>
Unterton αρσ <-(e)s, -töne>
Ton[fall] αρσ
to change [αμερικ its] note

6. note esp βρετ, αυστραλ (money):

[Geld]schein αρσ

7. note τυπικ:

8. note of perfume:

[Duft]note θηλ
[Parfüm]note θηλ

9. note ΟΙΚΟΝ:

Schuldschein αρσ <-(e)s, -e>

II. note [nəʊt, αμερικ noʊt] ΡΉΜΑ μεταβ

1. note:

to note sth (notice)

2. note:

to note sth (remark)

3. note → note down

4. note ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

note down ΡΉΜΑ μεταβ

to note down sth
[sich δοτ] etw notieren
[sich δοτ] notieren, wie/wann/wo ...

I. loan [ləʊn, αμερικ loʊn] ΟΥΣ

1. loan (money):

Darlehen ουδ <-s, ->
Kredit αρσ <-(e)s, -e>
a $50,000 loan
Organkredit αρσ <-(e)s, -e>

2. loan (act):

Ausleihe θηλ <-, -n> kein pl
Verleihen ουδ kein pl

II. loan [ləʊn, αμερικ loʊn] ΟΥΣ modifier

III. loan [ləʊn, αμερικ loʊn] ΡΉΜΑ μεταβ

to loan sb sth [or sth to sb]
jdm etw leihen

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

borrower's note loan ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

borrower ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Entleiher αρσ
Borger αρσ

borrower ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

Schuldner αρσ

note ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Note θηλ

loan ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

loan ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Anleihe θηλ
Darlehen ουδ
Kredit αρσ

loan ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Beleihung θηλ
Ausleihung θηλ
Present
Inote
younote
he/she/itnotes
wenote
younote
theynote
Past
Inoted
younoted
he/she/itnoted
wenoted
younoted
theynoted
Present Perfect
Ihavenoted
youhavenoted
he/she/ithasnoted
wehavenoted
youhavenoted
theyhavenoted
Past Perfect
Ihadnoted
youhadnoted
he/she/ithadnoted
wehadnoted
youhadnoted
theyhadnoted

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος