στο λεξικό PONS
Stim·mung <-, -en> ΟΥΣ θηλ
1. Stimmung (Gemütslage):
2. Stimmung (Atmosphäre):
3. Stimmung (öffentliche Einstellung):
4. Stimmung τυπικ (Ambiente):
-
- atmosphere no πλ
Stim·mungs·ma·cher(in) ΟΥΣ αρσ(θηλ)
1. Stimmungsmacher μειωτ:
Ab·stim·mung <-, -en> ΟΥΣ θηλ
1. Abstimmung (Stimmabgabe):
2. Abstimmung (harmonische Kombination):
3. Abstimmung ΡΑΔΙΟΦ:
4. Abstimmung (Anpassung durch mechanische Einstellung):
Als-ob-Be·stim·mung [alsˈʔɔp-] ΟΥΣ θηλ ΝΟΜ
Zu·stim·mung <-, -en> ΟΥΣ θηλ
Be·stim·mung <-, -en> ΟΥΣ θηλ
1. Bestimmung (Vorschrift):
2. Bestimmung ΝΟΜ:
3. Bestimmung kein πλ (Zweck):
4. Bestimmung (Schicksal):
5. Bestimmung (das Bestimmen):
- Bestimmung eines Preises, eines Limits
-
- Bestimmung eines Preises, eines Limits
-
- Bestimmung einer Landesgrenze
-
- Bestimmung der Zeit, des Orts
- appointing [or fixing]
- Bestimmung des Alters, der Herkunft
-
- Bestimmung eines Begriffs
-
- Bestimmung von Bäumen etc.
-
- adverbiale [o. nähere] Bestimmung ΓΛΩΣΣ
-
Ab·stim·mungs·er·geb·nis <-ses, -se> ΟΥΣ ουδ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
gegenseitige Abstimmung phrase ΕΜΠΌΡ
Bestimmung ΟΥΣ θηλ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
Zustimmung ΟΥΣ θηλ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
Abstimmung ΟΥΣ θηλ ΛΟΓΙΣΤ
Mitbestimmungsgesetz ΟΥΣ ουδ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
Abstimmungsbuchung ΟΥΣ θηλ ΛΟΓΙΣΤ
Abstimmungsdatum ΟΥΣ ουδ ΛΟΓΙΣΤ
Abstimmungsbetrag ΟΥΣ αρσ ΛΟΓΙΣΤ
Abstimmungscode ΟΥΣ αρσ ΛΟΓΙΣΤ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.