Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

totaler
People

στο λεξικό PONS

Mäd·chen <-s, -> [ˈmɛ:tçən] ΟΥΣ ουδ

1. Mädchen (weibliches Wesen):

ein leichtes Mädchen παρωχ
ein spätes Mädchen απαρχ
an old maid dated χιουμ

2. Mädchen παρωχ (Freundin):

3. Mädchen παρωχ (Haushaltshilfe):

βρετ a. dogsbody

Au-pair-Mäd·chen [oˈpɛ:ɐ̯-] ΟΥΣ ουδ

me·schug·ge [meˈʃʊgə] ΕΠΊΘ παρωχ οικ

to be/go crazy [or mad] [or οικ nuts] [or meshuga]

I. dre·schen <drischt, drosch, gedroschen> [ˈdrɛʃn̩] ΡΉΜΑ μεταβ

1. dreschen ΓΕΩΡΓ:

2. dreschen οικ (prügeln):

jdm eine dreschen οικ
to land sb one βρετ
sich αιτ dreschen

II. dre·schen <drischt, drosch, gedroschen> [ˈdrɛʃn̩] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. dreschen ΓΕΩΡΓ:

2. dreschen οικ (schlagen):

3. dreschen οικ (treten):

Phra·se <-, -n> [ˈfra:zə] ΟΥΣ θηλ

1. Phrase μειωτ (sinnentleerte Redensart):

Phrasen dreschen μειωτ οικ

2. Phrase (Ausdruck):

I. be·schen·ken* ΡΉΜΑ μεταβ

jdn [mit etw δοτ] beschenken
to give sb sth [as a present]

II. be·schen·ken* ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

to present each other with sth τυπικ

Lies·chen <-s, -> [ˈli:sçən] ΟΥΣ ουδ Elisabeth

Lieschen (Name):

ιδιωτισμοί:

Eli·sa·beth <-> [eˈli:zabɛt] ΟΥΣ θηλ

Ra·dies·chen <-s, -> [raˈdi:sçən] ΟΥΣ ουδ

ιδιωτισμοί:

sich δοτ die Radieschen von unten ansehen [o. besehen] [o. betrachten] können χιουμ αργκ
to be pushing up [the] daisies χιουμ

pre·schen [ˈprɛʃn̩] ΡΉΜΑ αμετάβ +sein οικ

preschen Pferd
preschen Pferd

an|pre·schen ΡΉΜΑ αμετάβ +sein οικ

Be·schenk·te(r) <-n, -n; -n, -n> ΟΥΣ θηλ(αρσ) κλιν τύπος wie επίθ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

Rationalisierungskuratorium der Deutschen Wirtschaft phrase ΚΡΆΤΟς

Bundesverband der Deutschen Volksbanken und Raiffeisenbanken ΟΥΣ αρσ ΚΡΆΤΟς

Bundesvereinigung der deutschen Arbeitgeberverbände ΟΥΣ θηλ ΚΡΆΤΟς

Bundesverband der Deutschen Industrie ΟΥΣ αρσ ΚΡΆΤΟς

akustisches Zeichen phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ

buchen ΡΉΜΑ μεταβ ΛΟΓΙΣΤ

etw unter etw αιτ buchen
to book sth under sth

Hit-Digital-Schein ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Range-Earn-Schein ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Range-KO-Schein ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

gedeckter Scheck phrase ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

Ορολογία μαγειρικής της Lingenio

Omelett mit Kirschen ΟΥΣ ουδ ΜΑΓΕΙΡ

Englischer Kuchen ΟΥΣ αρσ ΜΑΓΕΙΡ

Lungen-Haschee ΟΥΣ ουδ ΜΑΓΕΙΡ

frische Gänseleber ΟΥΣ θηλ ΜΑΓΕΙΡ

frische Nudel ΟΥΣ θηλ ΜΑΓΕΙΡ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

Gäßchen ΧΩΡΟΤΑΞΊΑ, ΥΠΟΔΟΜΉ

Präsens
ichdresche
dudrischst
er/sie/esdrischt
wirdreschen
ihrdrescht
siedreschen
Präteritum
ichdrosch
dudroschst
er/sie/esdrosch
wirdroschen
ihrdroscht
siedroschen
Perfekt
ichhabegedroschen
duhastgedroschen
er/sie/eshatgedroschen
wirhabengedroschen
ihrhabtgedroschen
siehabengedroschen
Plusquamperfekt
ichhattegedroschen
duhattestgedroschen
er/sie/eshattegedroschen
wirhattengedroschen
ihrhattetgedroschen
siehattengedroschen

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το διαδίκτυο (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

[...]
Inzidenz der Keimzelltumore beim Meschen in Abhängigkeit des Alters
[...]
www.embryology.ch
[...]
Incidence and type of human germ cell tumors according to age
[...]