στο λεξικό PONS
I. out·ˈside ΟΥΣ
1. outside (exterior):
2. outside (external appearance):
5. outside ΑΘΛ:
II. out·ˈside ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ
III. out·ˈside ΕΠΊΡΡ
IV. out·ˈside ΠΡΌΘ
1. outside (out of):
2. outside (beyond):
fi·nanc·ing [ˈfaɪnæn(t)sɪŋ] ΟΥΣ
I. fi·nance [ˈfaɪnæn(t)s] ΟΥΣ
1. finance no pl (money management):
2. finance no pl (money):
3. finance ΧΡΗΜΑΤΟΠ:
II. fi·nance [ˈfaɪnæn(t)s] ΟΥΣ modifier ΟΙΚΟΝ, ΧΡΗΜΑΤΟΠ
III. fi·nance [ˈfaɪnæn(t)s] ΡΉΜΑ μεταβ
-
- jdn/etw finanzieren
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
outside financing ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
finance ΡΉΜΑ μεταβ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
| I | finance |
|---|---|
| you | finance |
| he/she/it | finances |
| we | finance |
| you | finance |
| they | finance |
| I | financed |
|---|---|
| you | financed |
| he/she/it | financed |
| we | financed |
| you | financed |
| they | financed |
| I | have | financed |
|---|---|---|
| you | have | financed |
| he/she/it | has | financed |
| we | have | financed |
| you | have | financed |
| they | have | financed |
| I | had | financed |
|---|---|---|
| you | had | financed |
| he/she/it | had | financed |
| we | had | financed |
| you | had | financed |
| they | had | financed |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)
Αναζήτηση στο λεξικό
- outrun
- outs
- outsell
- outset
- outshine
- outside financing
- outside influences
- outside lane
- outside left
- outside line
- outside money market