Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dauteur
Kapitalvermögen

στο λεξικό PONS

capi·tal ˈas·sets ΟΥΣ

capital assets ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Kapitalvermögen ουδ kein pl
capital assets ΟΙΚΟΝ
capital assets ΟΙΚΟΝ

capi·tal ˈas·set ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

Kapitalanlage θηλ <-, -n>

capital-asset ˈra·tio ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

I. capi·tal [ˈkæpɪtəl, αμερικ -ət̬əl] ΟΥΣ

1. capital (city):

Hauptstadt θηλ <-, -städte>

2. capital (letter):

Großbuchstabe αρσ <-n(s), -n>
Kapitälchen <-, -> pl

3. capital ΑΡΧΙΤ:

Kapitell ουδ <-s, -e>
Kapitäl ουδ

4. capital no pl ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

Vermögen ουδ <-s, ->
Kapital ουδ <-s, -e>
Kapitalflucht θηλ <-> kein pl
Kapitalverkehr αρσ <-(e)s> kein pl
Umlaufvermögen ουδ <-s, ->
Betriebskapital ουδ <-(e)s, -e>
Aktienkapital ουδ <-s, -e>
Anlagevermögen ουδ <-s, ->
Risikokapital ουδ <-s, -e>
Aktienkapital ουδ <-s, -e>
Betriebskapital ουδ <-(e)s, -e>
to make capital [out] of [or from] sth μτφ
aus etw δοτ Kapital schlagen

II. capi·tal [ˈkæpɪtəl, αμερικ -ət̬əl] ΟΥΣ modifier

1. capital (principal):

Hauptstadt θηλ <-, -städte>
Kardinalfehler αρσ <-s, ->

2. capital (upper case):

Großbuchstabe αρσ <-n(s), -n>

3. capital ΝΟΜ:

Kapitalverbrechen ουδ <-s, ->

4. capital (of business assets):

Kapitalbasis θηλ <-> kein pl
Kapitalmarkt αρσ <-(e)s, -märkte>

5. capital (invested funds):

[Anlage]kapital ουδ

III. capi·tal [ˈkæpɪtəl, αμερικ -ət̬əl] ΕΠΊΘ βρετ dated

Mordsspaß αρσ <-es> kein pl οικ

as·set [ˈæset] ΟΥΣ

1. asset (good quality):

Pluspunkt αρσ <-(e)s, -e>
Vorzug αρσ <-(e)s, -zü·ge>

2. asset:

Bereicherung θηλ <-, -en>
Vorteil αρσ <-s, -e>

3. asset ΕΜΠΌΡ (property):

Aktivposten <-s, -> pl
Aktivum ουδ
Vermögensverschleierung θηλ <-, -en>
Anlagevermögen ουδ <-s, ->
Umlaufvermögen ουδ <-s, ->
Nettovermögen ουδ <-s, ->
Privatvermögen ουδ <-s, ->
Καταχώριση OpenDict

asset ΟΥΣ

toxic assets ουσ πλ ΟΙΚΟΝ
toxische Aktiva ουσ πλ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

capital assets ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

capital asset ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

capital asset pricing model ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

multi-beta capital asset pricing model ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Multi-Beta-CAPM ουδ

capital-asset ratio ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

ratio of equity capital to fixed assets ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

asset ΟΥΣ

assets pl ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

asset ΟΥΣ

assets pl ΧΡΗΜΑΤΑΓ (Anlageform)
Asset ουδ

asset ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

assets ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

Vermögen ουδ
Aktivseite θηλ

asset ΟΥΣ

assets ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Aktiva πλ

capital ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Kapital ουδ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Capital assets should not be confused with the capital a financial institution is required to hold.
en.wikipedia.org
A factory was taxed on its capital assets, including inventory.
en.wikipedia.org
Capital gains include gains on selling stocks and bonds, real estate, and other capital assets.
en.wikipedia.org
Industries are making more money from their raw materials and capital assets while becoming cleaner and more sustainable.
en.wikipedia.org
Therefore, similar to other capital assets, it becomes a business necessity and fiduciary duty to protect the assets of a company from theft or exploitation.
en.wikipedia.org