Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Bac 2 3 4 5
activo fijo

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
tie up capital/assets
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
Oxford Spanish Dictionary

I. capital1 [αμερικ ˈkæpədl, βρετ ˈkapɪt(ə)l] ΟΥΣ

1. capital C (city):

capital θηλ

2. capital C (letter):

mayúscula θηλ
versalitas θηλ πλ

3. capital U ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

capital αρσ
they are seeking to gain political capital from the affair προσδιορ costs/inflows
bienes αρσ πλ de equipo or capital
capital transfer tax (in UK) ΙΣΤΟΡΊΑ

II. capital1 [αμερικ ˈkæpədl, βρετ ˈkapɪt(ə)l] ΕΠΊΘ

1. capital ΝΟΜ:

capital crime/offense

2.1. capital (major):

capital consideration
capital importance
capital importance

2.2. capital (principal city):

capital θηλ

3. capital ΤΥΠΟΓΡ:

capital letter

4. capital (excellent):

capital παρωχ
as επιφών capital!

asset [αμερικ ˈæsɛt, βρετ ˈasɛt] ΟΥΣ

1. asset (valuable quality):

2. asset <assets, pl > ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

activo αρσ
bienes αρσ πλ muebles

capital2 [αμερικ ˈkæpədl, βρετ ˈkapɪt(ə)l] ΟΥΣ ΑΡΧΙΤ

capitel αρσ

στο λεξικό PONS

capital assets ΟΥΣ πλ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

activo αρσ fijo
στο λεξικό PONS

asset [ˈæset] ΟΥΣ

1. asset:

ventaja θηλ

2. asset pl ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

activo αρσ
activos αρσ πλ líquidos

I. capital [ˈkæpɪtl, αμερικ -ət̬l] ΟΥΣ

1. capital (principal city):

capital θηλ

2. capital ΤΥΠΟΓΡ:

mayúscula θηλ
versalitas θηλ πλ

3. capital ΑΡΧΙΤ:

capitel αρσ

4. capital ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

capital αρσ
to make capital (out) of sth μτφ

II. capital [ˈkæpɪtl, αμερικ -ət̬l] ΕΠΊΘ

1. capital (principal):

capital θηλ

2. capital ΤΥΠΟΓΡ:

capital letter

3. capital ΝΟΜ:

pena θηλ capital [o de muerte]

4. capital βρετ (very good):

στο λεξικό PONS

capital assets ΟΥΣ πλ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

activo αρσ fijo
στο λεξικό PONS

asset [ˈæs·et] ΟΥΣ

1. asset:

ventaja θηλ

2. asset pl ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

activo αρσ
activos αρσ πλ líquidos

I. capital [ˈkæp·ə·təl] ΟΥΣ

1. capital (principal city):

capital θηλ

2. capital ΤΥΠΟΓΡ:

mayúscula θηλ
versalitas θηλ πλ

3. capital ΑΡΧΙΤ:

capitel αρσ

4. capital ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

capital αρσ
to make capital (out) of sth μτφ

II. capital [ˈkæp·ə·təl] ΕΠΊΘ

1. capital (principal):

capital θηλ

2. capital ΤΥΠΟΓΡ:

capital letter
mayúscula θηλ

3. capital ΝΟΜ:

pena θηλ capital [o de muerte]

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Property is defined as the equipment, tooling and physical capital assets that are acquired and used to build, repair and maintain end item deliverables.
en.wikipedia.org
The value of capital assets may also be overstated or understated using various legal constructions.
en.wikipedia.org
Through successive cycles of economic reproduction, more and more capital assets are created that exist "outside" the sphere of capitalist production.
en.wikipedia.org
It includes replacement purchases plus net additions to capital assets plus investments in inventories.
en.wikipedia.org
Firms react to the improvement of commercial situation through the increase in output through the full employment of the extent fixed capital assets.
en.wikipedia.org