Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

unarticolazione
Wirtschaftsverbrechen

στο λεξικό PONS

white col·lar ˈcrime ΟΥΣ no pl ΕΜΠΌΡ, ΝΟΜ

Wirtschaftsverbrechen ουδ <-s, ->
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Angestelltengewerkschaft θηλ <-, -en>
Angestellte(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>
[Büro]angestellte(r) θηλ(αρσ)
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Büroangestellte(r) αρσ θηλ
στο λεξικό PONS

I. col·lar [ˈkɒləʳ, αμερικ ˈkɑ:lɚ] ΟΥΣ

1. collar (piece around neck):

Kragen αρσ <-s, ->
Pelzkragen αρσ <-s, ->
Schneiderkragen αρσ <-s, ->

2. collar (restraining band):

Halsband ουδ <-(e)s, -bänder>

3. collar βρετ (leash):

Hundeleine θηλ <-, -n>

4. collar (necklace):

Halsband ουδ <-(e)s, -bänder>
Collier ουδ <-s, -s>

5. collar ΖΩΟΛ (fur area around neck):

Mähne θηλ <-, -n>

6. collar ΟΙΚΟΝ, ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

II. col·lar [ˈkɒləʳ, αμερικ ˈkɑ:lɚ] ΡΉΜΑ μεταβ οικ

jdn schnappen οικ
to collar sb μτφ

crime [kraɪm] ΟΥΣ

1. crime (illegal act):

Verbrechen ουδ <-s, ->

2. crime no pl, no άρθ (criminal acts collectively):

Kriminalität θηλ <->
Kleinkriminalität θηλ <-> kein pl

3. crime (shameful act):

Schande θηλ <->
Sünde θηλ <-, -n> μτφ

ιδιωτισμοί:

I. white [(h)waɪt] ΟΥΣ

1. white no pl (colour):

Weiß ουδ <-(es)>
engelsrein sein τυπικ

2. white usu pl (part of eye):

Weiße ουδ <->

3. white of egg:

Eiweiß ουδ <-es, -e>
Eiklar ουδ <-s, -> A

4. white (person):

Weiße(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>

5. white (clothes/uniform):

dress whites ΣΤΡΑΤ

6. white οικ (light-coloured laundry):

Weißwäsche θηλ kein pl

7. white:

Weiß ουδ <-(es)>

ιδιωτισμοί:

II. white [(h)waɪt] ΕΠΊΘ

1. white (colour):

2. white μτφ (morally good):

3. white (in coffee):

4. white ΜΑΓΕΙΡ:

Weißbrot ουδ <-(e)s, -e>
weißes Mehl ουδ
Weissmehl ουδ CH
Weißwein αρσ <-(e)s, -e>

5. white:

ιδιωτισμοί:

etw schröpfen οικ [o. μτφ ausbluten]

III. white [(h)waɪt] ΡΉΜΑ μεταβ

to white out sth
Καταχώριση OpenDict

crime ΟΥΣ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

collar ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Collar αρσ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Arbeitsweg des tertiären Sektors ΠΑΡΑΚΟΛ ΤΗς ΚΥΚΛΟΦ, ΔΗΜΟΣΚ
Present
Icollar
youcollar
he/she/itcollars
wecollar
youcollar
theycollar
Past
Icollared
youcollared
he/she/itcollared
wecollared
youcollared
theycollared
Present Perfect
Ihavecollared
youhavecollared
he/she/ithascollared
wehavecollared
youhavecollared
theyhavecollared
Past Perfect
Ihadcollared
youhadcollared
he/she/ithadcollared
wehadcollared
youhadcollared
theyhadcollared

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

He specializes in defending clients against charges of complex white collar crime, in particular, anti-trust and other regulatory issues.
en.wikipedia.org
In addition, gangs are also engaging in white collar crime such as counterfeiting, identity theft and mortgage fraud.
www.sbsun.com
The conceptual conflation of fundamentally dissimilar activities hinders theoretical, empirical, and policy-related progress in the field of white collar crime studies.
en.wikipedia.org
However, this may not always be the case, as with victims of white collar crime, who may not be clearly identifiable or directly linked to crime against a particular individual.
en.wikipedia.org
Their role is to prevent what is known as white collar crime, whether national or international in scope, through federal law enforcement.
en.wikipedia.org