Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

pej
PEJ

στο λεξικό PONS

I. pet [pet] ΟΥΣ

1. pet (animal):

Haustier ουδ <-(e)s, -e>

2. pet μειωτ (favourite):

Liebling αρσ <-s, -e>

3. pet οικ (nice person):

Schatz αρσ <-es, Schạ̈t·ze> οικ

4. pet αυστραλ, βρετ οικ (darling):

Schatz αρσ <-es, Schạ̈t·ze> οικ
Liebling αρσ <-s, -e>

II. pet [pet] ΟΥΣ modifier

1. pet (concerning animals):

Hauskatze θηλ <-, -n>
Tierhandlung θηλ <-, -en>

2. pet (favourite):

pet (project, theory, charity)

III. pet <-tt-> [pet] ΡΉΜΑ αμετάβ οικ

fummeln οικ

IV. pet <-tt-> [pet] ΡΉΜΑ μεταβ

ˈpeak lev·el ΟΥΣ no pl

Höchststand αρσ <-(e)s, -stände>

ˈpeg crawl ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

ˈpent-up ΕΠΊΘ αμετάβλ

pent-up emotions:

pest [pest] ΟΥΣ

1. pest (destructive animal):

Schädling αρσ <-s, -e>

2. pest μτφ οικ:

Quälgeist αρσ <-es, -er> οικ
Nervensäge θηλ <-, -n> οικ
Plage θηλ <-, -n>
der Typ nervt! οικ

ˈpea-brain ΟΥΣ αργκ

Dummkopf αρσ <-(e)s, -köpfe> μειωτ
du Dummkopf! μειωτ

ˈpear-shaped ΕΠΊΘ

pear-shaped figure, bottle:

ιδιωτισμοί:

to go pear-shaped βρετ αργκ
to go pear-shaped βρετ αργκ

peep-bo [ˈpi:pˌbəʊ, αμερικ -boʊ] ΟΥΣ no pl βρετ

Guck-Guck-Spiel ουδ
Gugus-Spiel ουδ CH

PEA [ˌpi:i:ˈəɪ] ΟΥΣ no pl

PEA συντομογραφία: phenylethylamine

phenyl·ethyl·ˈamine ΟΥΣ no pl

ˈtun·ing peg ΟΥΣ ΜΟΥΣ

Stimmstock αρσ <-(e)s, -stöcke> ειδικ ορολ
Seele θηλ <-, -n> οικ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

cashflow per equity ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

earnings per share ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Gewinn je Aktie αρσ

PER comparison ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

PER-Vergleich αρσ

crawling peg ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

basket peg ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

per night allowance ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

unicurrency peg ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

return per month ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Cuban peso ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

currency peg ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

Wheeler Peak ΟΥΣ

peat [piːt] ΟΥΣ

per capita income ΟΥΣ

cattle pen ΟΥΣ

open-pit mining, opencast mining ΟΥΣ

open fields, farmlands, corridor ΟΥΣ

water pipe(line) ΟΥΣ

type of coastline

cloud type ΟΥΣ

OPEC countries

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

pea plants, papilionoid ΟΥΣ

Marvel of Peru ΟΥΣ

sphagnum peat

peat swamp forest

pepo [ˌpiːpəʊ] ΟΥΣ

cotton pest

chemical pest control

Scheuchzeria peat

per capita [pəˈkæpɪtə]

Pro-Kopf (hier: pro Individuum)

phosphoenolpyruvate (PEP) [fɒsfəʊˌiːnɒlpaɪˈruːveɪt] ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

revolutions per minute, r.p.m.

pm peak ΠΑΡΑΚΟΛ ΤΗς ΚΥΚΛΟΦ

off-peak period ΚΥΚΛΟΦ ΡΟΉ

peak traffic ΚΥΚΛΟΦ ΡΟΉ

am peak ΚΥΚΛΟΦ ΡΟΉ

highway type ΥΠΟΔΟΜΉ

type of junction ΥΠΟΔΟΜΉ

peak traffic flow ΚΥΚΛΟΦ ΡΟΉ

off-peak low ΚΥΚΛΟΦ ΡΟΉ

peak hour ΚΥΚΛΟΦ ΡΟΉ

Present
Ipet
youpet
he/she/itpets
wepet
youpet
theypet
Past
Ipetted
youpetted
he/she/itpetted
wepetted
youpetted
theypetted
Present Perfect
Ihavepetted
youhavepetted
he/she/ithaspetted
wehavepetted
youhavepetted
theyhavepetted
Past Perfect
Ihadpetted
youhadpetted
he/she/ithadpetted
wehadpetted
youhadpetted
theyhadpetted

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το διαδίκτυο (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

[...]
Endoscopic pictures from the stomach - Stomach:PEJ dislocated.
[...]
www.endoskopischer-atlas.de
[...]
Endoskopische Bilder aus dem Magen - PEJ disloziert.
[...]