Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

inofficiel
spot

στο λεξικό PONS

Kas·se <-, -n> [ˈkasə] ΟΥΣ θηλ

1. Kasse (Zahlstelle):

Kasse bei Rechnungseingang ΧΡΗΜΑΤΟΠ

2. Kasse:

3. Kasse (Registrierkasse):

jdn [für etw αιτ] zur Kasse bitten
to ask sb to pay [for sth]
Kasse machen μτφ αργκ
Kasse machen μτφ αργκ
the money's ok οικ

4. Kasse οικ (Sparbank):

5. Kasse ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ (Krankenkasse):

6. Kasse (Stahlkiste zur Geldaufbewahrung):

Loch <-[e]s, Löcher> [lɔx, πλ ˈlœçɐ] ΟΥΣ ουδ

1. Loch (offene Stelle):

ein gähnendes Loch τυπικ
ein Loch in etw αιτ [hinein]fressen

2. Loch ΑΘΛ:

3. Loch οικ (elende Wohnung):

hole οικ

ιδιωτισμοί:

jdm ein Loch [o. Löcher] in den Bauch fragen οικ
to make a big hole in sb's pocket/a big hole [or οικ dent] in sb's savings
to be broke οικ [or βρετ αργκ a. skint]
to drink like a fish οικ
schwarzes Loch ΑΣΤΡΟΝ
mit etw δοτ ein Loch stopfen
to plug the gap [in sth] with sth

per [pɛr] ΠΡΌΘ

1. per (durch):

by post [or αμερικ mail] /train

2. per (pro):

3. per:

ιδιωτισμοί:

per pedes χιουμ
per pedes χιουμ
βρετ a. on shank's pony χιουμ
per se τυπικ
mit jdm per du/Sie sein οικ
to address sb withdu”/“Sie
mit jdm per du/Sie sein οικ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

per Kasse phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

Kasse ΟΥΣ θηλ ΛΟΓΙΣΤ

PER ΟΥΣ ουδ

PER συντομογραφία: Price Earnings Ratio ΧΡΗΜΑΤΑΓ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.