στο λεξικό PONS
tri·bu·nal [traɪˈbju:nəl] ΟΥΣ
2. tribunal (investigative body):
ar·bi·tra·tion [ˌɑ:bɪˈtreɪʃən, αμερικ ˌɑ:rbəˈ-] ΟΥΣ no pl
1. arbitration ΝΟΜ:
2. arbitration Η/Υ:
I. ex·change [ɪksˈtʃeɪnʤ, eks-] ΡΉΜΑ μεταβ
1. exchange (replace, trade):
II. ex·change [ɪksˈtʃeɪnʤ, eks-] ΟΥΣ
1. exchange (trade):
2. exchange ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΟΙΚΟΝ:
3. exchange ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ (shares market):
4. exchange (interchange):
III. ex·change [ɪksˈtʃeɪnʤ, eks-] ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ
arbitration ΟΥΣ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
exchange arbitration tribunal ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
| I | exchange |
|---|---|
| you | exchange |
| he/she/it | exchanges |
| we | exchange |
| you | exchange |
| they | exchange |
| I | exchanged |
|---|---|
| you | exchanged |
| he/she/it | exchanged |
| we | exchanged |
| you | exchanged |
| they | exchanged |
| I | have | exchanged |
|---|---|---|
| you | have | exchanged |
| he/she/it | has | exchanged |
| we | have | exchanged |
| you | have | exchanged |
| they | have | exchanged |
| I | had | exchanged |
|---|---|---|
| you | had | exchanged |
| he/she/it | had | exchanged |
| we | had | exchanged |
| you | had | exchanged |
| they | had | exchanged |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.