στο λεξικό PONS
ˈwater chest·nut ΟΥΣ
ˈspa wa·ter ΟΥΣ no pl
con·ˈvec·tor heat·er ΟΥΣ
ˈbeat·er bar ΟΥΣ
-
- Turbobürste θηλ
-
- Bürstwalze θηλ
skat·er [ˈskeɪtəʳ, αμερικ -t̬ɚ] ΟΥΣ
1. skater (on ice):
2. skater (on roller skates):
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
high water ΟΥΣ ΑΣΦΆΛ
-
- Hochwasser ουδ
private shareholder ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
public-to-private transaction ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
private placement ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
private customer ΟΥΣ ΜΆΡΚΕΤΙΝΓΚ
private customer department ΟΥΣ ΤΜΉΜ
private-sector ΕΠΊΘ ΚΡΆΤΟς
private financing ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
water infrastructure ΟΥΣ
water pipe(line) ΟΥΣ
water main ΟΥΣ
water management ΟΥΣ
sea-water pollution ΟΥΣ
water production ΟΥΣ
overheating of water ΟΥΣ
drinking-water ΟΥΣ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
brackish water ΟΥΣ
water discharge ΟΥΣ
drinking water treatment ΟΥΣ
drinking water reservoir ΟΥΣ
deoxygenated water [diːˈɒksɪdʒəneɪtɪdˌwɔːtə]
add water ΡΉΜΑ
distilled water [dɪˌstɪldˈwɔːtə] ΟΥΣ
water-dependent ΕΠΊΘ
water fluoridation ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
resistant to water
private hire bus βρετ ΔΗΜ ΣΥΓΚ
lateral positioning
lateral distribution
private car restraint ΥΠΟΔΟΜΉ
lateral clearance
private transport ΔΗΜΟΣΚ
lateral
Ορολογία μηχατρονικής της Klett
ˈfre·quen·cy me·ter ΟΥΣ electron
terms of ˈpay·ment ΟΥΣ ΕΜΠΌΡ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.